Παλιός Εξάντας

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πεζά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πεζά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Όνειρο πελαγίσσιο

 

Βρεθήκαμε στο παλιό ενετικό λιμάνι του Μεγάλου Κάστρου, στο δρόμο με τους παλιούς ταρσανάδες, το τελευταίο Σαββατόβραδο του Οκτώβρη. Πιασμένοι χέρι - χέρι, καμαρώναμε τα ψαροκάικα που λικνίζονταν ανέμελα, το ένα δίπλα στο άλλο, στα θολά νερά του λιμανιού. Διαβάζαμε τα ονόματα στις πρύμνες τους, συλλαβιστά σαν και τότε που μαθαίναμε την άλφα βήτα, στη πρώτη τάξη του Δημοτικού. Το αμυδρό φως του λιμανιού, μας βοηθούσε στο διάβασμα.

Αίγλη – Πανωραία – Μαρουσάκι – Cap. Nemos – Αγιά Θαλασσινή – Άι Νικόλας. Στέλλα και Καπετάν Νοτιάς” κάποια από τα ονόματα τους, άλλα ξυλόγλυπτα κι άλλα με μπογιά, καλλίγραμμα γραμμένα. Όσα είχαν περίτεχνα ακρόπρωρα άρεσαν σε σένα και δεν λειπόσουν το χρόνο για να τα καμαρώνεις κι εγώ δεν βιαζόμουν. Ήθελα να σε βλέπω χαρούμενη!

Σαν παιδιά τους, αγαπούν οι ψαράδες τα καΐκια τους. Τα προσέχουν σαν τα μάτια τους και τα φροντίζουν καθημερινά. Μαζί τους ταξιδεύουν στα πέλαγα, μαζί τους κινδυνεύουν, σαν φουρτουνιάζει η άλλη τους αγάπη, η θάλασσα. Φίλοι τους είναι και οι γλάροι που τους συντροφεύουν στα ταξίδια και τώρα ξαποσταίνουν στα ψηλά κατάρτια.

Με βήματα αργά – νωχελικά βαδίζαμε γύρω από το παλιό λιμάνι. Ήμασταν μαζί και δεν βιαζόμασταν. Η αγάπη μας ένα λιμάνι ψαροκάικα. Κάποια στιγμή μου έσφιξες δυνατά το χέρι, όταν μια γάτα πετάχτηκε τρομαγμένη, μέσα από τα δίχτυα των ψαράδων και τρόμαξες. Με ένα πεταχτό φιλί ηρέμησες κι η γάτα γύρισε πλευρό κι αποκοιμήθηκε. Τι όμορφη που είναι η βραδιά σαν είσαι συντροφιά μου!. Σε λίγα λεπτά της ώρας φθάσαμε στο τέλος της ανηφόρας,εκεί που αρχίζει ο μεγάλος δρόμος με τις τράπεζες και τα μαγαζιά με τα “τσολιαδάκια” για τους τουρίστες.

Πόσο γρήγορα περνούν τα χρόνια αγαπημένη. Εκεί, στα δεξιά ήταν κάποτε ο καφενές της κυρά Μαρίας. Νέος ήμουν τα χρόνια εκείνα, αλλά σαν να την βλέπω τώρα να σερβίρει με τέχνη τα ούζα στους πελάτες. Του λιμανιού ανθρώποι οι περισσότεροι θαμώνες του καφενέ, ναυτεργάτες, λιμενεργάτες, ψαράδες, αλλά και στεριανοί, ακόμη και Δήμαρχοι σύχναζαν και η κυρά Μαρία ήξερε όλων τα μυστικά. Σύμμαχος της το ούζο, που βοηθά να λύνονται οι γλώσσες, αλλά και η εχεμύθεια, άκρα του τάφου σιωπή¨”. Κανένα δεν πρόδωσε η κυρά Μαρία κι όλοι την αγαπούσαν και για αυτό.

Κάποια βραδιά τα χρόνια εκείνα κι ας ήμουν μικρός, έκανα βόλτα όπως και τώρα στο λιμάνι. Περασμένα μεσάνυχτα θα ήταν γιατί ήταν κλειστός ο καφενές. Μόνο ένας ξεχασμένος πελάτης καθόταν σε μια ψάθινη καρέκλα και δίπλα του στο στρογγυλό τρίποδο τραπεζάκι. Μόνος αγνάντευε το πέλαγος, κάπνιζε το τσιμπούκι του κι όταν πλησίασα τον άκουσα να απαγγέλλει αργά αργά, λέξη τη λέξη το ποίημα του “ο Γουίλι ο μαύρος θερμαστής” και πάνω στο τραπεζάκι ξεχώρισα τον ακριβό αναπτήρα που γυάλιζε στο φως του φεγγαριού. Μ' ακούς ή σε κούρασα αγαπημένη μου; Καλησπέρα Ποιητή της θάλασσας, σαν ένα φίλο μου παλιό, τον χαιρέτησα. “Καλή νύχτα ταξιδευτή της νύχτας”, μου ανταπέδωσε φιλικά τον χαιρετισμό. “ Όμορφη είναι η βραδιά κι η θάλασσα που την φωτίζουν τ' άστρα. Σε βλέπω ταξιδευτής θαλασσινός να γίνεις”, συνέχισε κοιτάζοντας ένα καράβι που ταξίδευε στ' ανοιχτά του λιμανιού. Πόσο δίκιο έχουν οι Ποιητές;

Είσαι τυχερός που άκουσες τον Καββαδία να απαγγέλλει. Οι Ποιητές απαγγέλλουν,όσο κανείς άλλος τα Ποιήματα τους”. μου είπες χωρίς ίχνος ζήλιας και χάρηκα που μ' άκουγες κι ας μη μιλούσες.

Συνεχίσαμε στον ίδιο αργό βηματισμό και φθάσαμε στο μεγάλο κάστρο, στον παλιό φύλακα του λιμανιού, στο Castello a Mare, ή Κούλες, όπως είναι σε όλους τους νεώτερους γνωστό. Εδώ στα πόδια του, σαν παιδιά κάναμε τα πρώτα μας μπάνια και τα πρώτα μας όνειρα, σαλπάροντας μαζί με τους ψαράδες στο άγνωστο, που πάντα αρέσει στα παιδιά. Απόψε μοιάζει με ένα μεγάλο πειρατικό καράβι, που έχει τα φανάρια του σβησμένα κι οι Πειρατές κοιμούνται μεθυσμένοι, πάνω στα σκουριασμένα λάφυρα τους. Έχουν φύγει κι οι τελευταίοι τουρίστες θαυμαστές του και στωικά προσμένει τα χειμωνιάτικα κύματα, να μαστιγώσουν το γέρικο σκαρί του. .

Καθίσαμε στα βράχια κι αγναντεύαμε το πέλαγος κι όταν νοιώσαμε την υγρασία της νύχτας και της θάλασσας στα κορμιά μας, μοιράσαμε το πανωφόρι σου στις πλάτες μας. Για ώρες μετρούσαμε τα κύματα που ερχόταν και φιλούσαν τα βράχια της στεριάς και ύστερα έφευγαν, μπορεί κι ευτυχισμένα από το στεριανό μακρόσυρτο φιλί. Ο φλοίσβος της θάλασσας, αυτή η απροσδιόριστη μουσική σε παρέσυρε στο ρυθμό της κι άρχισες να τραγουδάς το “Θάλασσα πικροθάλασσα γιατί να σ’ αγαπήσω” και πριν προλάβεις καλά καλά να τελειώσεις με ρώτησες. « Εσύ που χρόνια ταξιδεύεις, ξέρεις από πού έρχεται αυτή η μουσική της θάλασσας, που τη μια είναι τόσο πολύ χαρούμενη, σαν σάμπα Βραζιλιάνικη και την άλλη μοιάζει με Ηπειρώτικο μοιρολόι;»

Η απορία σου είναι και δική μου. Η θάλασσα είναι ξελογιάστρα κι αλλοπρόσαλλη, σαν μάγισσα τρελή παραμυθιού, τι να σου απαντήσω. Μπορεί από τις ακτές της Αφρικής ή κι απ’ την Αλάσκα, να φθάνει η χάρη της ακόμη ως εδώ. Τα σύνορα ο άνθρωπος για το συμφέρον του ορίζει, μα η φύση από σύνορα δεν ξέρει και τα ανθρώπινα δεν τα υπολογίζει. Καλοταξιδεμένος ας είναι ο φλοίσβος και κερδισμένη πάντα η Φύση!

Ένα καράβι ταξιδεύει στα ανοιχτά. Η ρότα το πηγαίνει Δυτικά και ξεχωρίζει το φανάρι του στη πρύμνη. Ταξιδεύοντας μαζί του, έγειρες στον ώμο μου κι αποκοιμήθηκες. Η θαλασσινή αύρα χαϊδεύει το πρόσωπο σου κι ένα θαλασσοπούλι που φτερούγισε από τη πολεμίστρα του κάστρου, την ώρα που ανέτειλε ο ήλιος, σε ξύπνησε.

Πάντα να βλέπεις καλά όνειρα, σαν κοιμάσαι στην αγκαλιά μου, σου ευχήθηκα και η θάλασσα ήταν κάλμα μπουνάτσα. Όμορφο ήταν και το δικό μου όνειρο κι ας ξύπνησα μούσκεμα στον ιδρώτα. Η ζέστη σ' αυτή την περιοχή, είναι πάντα ανυπόφορη.

29.09.1997, ταξιδεύοντας Δυτική Αφρική.

Μεσοπέλαγα κι ο Ναύτης ονειρεύεται

                                      Μεσοπέλαγα κι ο Ναύτης ονειρεύεται

   Περασμένα μεσάνυχτα κι ο ύπνος δεν με παίρνει. Τρίζουν μονότονα οι μπουλμέδες και το σκαρί ζορίζεται. Μέρες κρατάει η φουρτούνα, Ιούλη μήνα στον Ινδικό. Ονειρεύομαι με τα μάτια ορθάνοικτα. Βλέπω την αγαπημένη μορφή σου  να παλεύει με τ’ αγριεμένα κύματα και προσπαθείς να ‘ρθεις κοντά μου. Αλλάζεις μορφές ονειρεμένη μου. Την μια είσαι η παραμυθένια γοργόνα μου και την άλλη στιγμή, είσαι ένα πανέμορφο θαλασσινό λουλούδι, που ανθίζει και μοσχοβολά το πέλαγος. Μου δίνεις δύναμη να  ζω και να ελπίζω. Με μακροβούτια κι απλωτές  ζυγώνεις σιμά μου. Απλώνω τα χέρια και σ’ αγγίζω. Σου χαϊδεύω τα βρεγμένα μαλλιά καθώς παλεύεις με το ανοικτό στόμα της θάλασσας. Νοιώθω ότι νοιώθεις. Την αλισάχνη να μου καίει τα χείλη κι ένα βουβό κύμα σε παίρνει μακριά μου. Σε ανεβάζει στην αφρισμένη κυματοκορφή κι αγκαλιάζεις τα χρώματα του ουράνιου τόξου. Χαμογελάς στην ανταύγεια της ολόγιομης σελήνης που σε φωτίζει απαλά και ονειρεύομαι. Ζήλεψε η θάλασσα, των ματιών σου το χρώμα και πρασίνισε. «Περίμενε με στη βαρδιόλα. Εκεί θα σ’ ανταμώσω», μου φωνάζεις και συνεχίζω να ονειρεύομαι χαρούμενος κι ας λυσσομανάει το κύμα. Ο ουρανός είναι γεμάτος αστέρια κι ένα φεγγάρι ολόγιομο, σκύβει και με φιλά.

      Η συντροφιά σου στ’ όνειρο, χαρούμενη είναι νότα,

      μα  τ΄ όνειρο όμως δεν μπορεί, να αλλάξει και τη ρότα.

      Όνειρο ήταν κι έσβησε μες του γιαλού τα βάθη

      κι έμειναν πάνω στον αφρό του χωρισμού τα πάθη.

   Έτσι λένε συμβαίνει πάντα. Τα ευχάριστα περνάνε γρήγορα, ακόμα και στα όνειρα. Σαν τον καιρό όταν μπατάρει κι αγριεύει στα βόρεια πλάτη. Που πήγε το ανθισμένο χαμόγελο σου; Δέκα μαραμένα ανθάκια γιασεμιού κρέμονται στα χείλη σου. Όσοι κι οι μήνες του χωρισμού μας, που καρτερικά αγναντεύεις το πέλαγος. Μη προσπαθείς να κρύψεις ότι βλέπω. Φαίνεται καθαρά και στ’ όνειρο το δάκρυ, που προσπαθείς να κρύψεις, με την απαλάμη του δεξιού σου χεριού κι ας έχεις μάθει να αντέχεις του χωρισμού τα βάσανα. Κράτησε στη καρδιά σου την ελπίδα, σαν ακριβό πετράδι κρυμμένο στο σεντούκι, προσμένοντας τον γυρισμό.

      Το ίδιο πικρή, με την πικρή ζωή μου κι η ζωή σου

       μετρώ τις μέρες που έμειναν, για να βρεθώ μαζί σου.

       Είναι πολλές και δύσκολα στα τροπικά περνούνε,

       μα αντέχουνε στα δύσκολα, όσοι πολύ αγαπούνε.

   Εντάξει ρε! Σκάντζα βάρδια. Σκάντζα βάρδια! Σε άκουσα ρε, τι χτυπάς τόση ώρα και τόσο άγαρμπα τη πόρτα; Θα ξυπνήσεις όλο το τσούρμο. Ας ερχόσουν τουλάχιστον λίγο πιο νωρίς, πριν μπατάρει ο καιρός και πριν το όνειρο αλλάξει. Αχ! αυτή η βάρδια. Ούτε ένα όνειρο να δεις, με ησυχία δεν σε αφήνει.

    Θέλει λίγο ακόμη να ξημερώσει, εχει τελειώσει η μισή βάρδια κι εγώ μπάστακας στη βαρδιόλα έχω μείνει. Κοιτάζω προς τον ουρανό σαν να μετρώ με υπομονή, τα αμέτρητα του άστρα. Δεν μπορεί να μην έρθει, μου το υποσχέθηκε χωρίς δισταγμό  και με φωνή στεντόρεια. Πριν ξημερώσει θα έρθει να με βρει. Πάντα μου λέει την αλήθεια και ψέμα, ούτε στο όνειρο μας, δεν ξέρει τι θα πει.

    «Χάζεψες ρε Νικόλα! Τόση ώρα ακίνητος έχεις μείνει και σαν νεραϊδοπαρμένος κοιτάζεις και  κουβεντιάζεις με τα αστέρια. Πες μου τουλάχιστο τι λέτε και τι χαμπάρια, από του ουρανού το βιλαέτι», μου είπε ο γραμματικός την ώρα που έσκαγε μύτη ο ήλιος και ήθελε να πάρει τη παραλλαγή της πυξίδας κατά την Αληθή Ανατολή του ήλιου όπως λένε οι καπεταναίοι.

      Άδικα προσμένω….., πήγα να του απαντήσω και κρατήθηκα τη τελευταία στιγμή κοιτάζοντας τα απόνερα που άφηνε η προπέλα και χανόντουσαν σε λίγα μέτρα.

Έτσι όπως σβήνουν και χάνονται και τα όνειρα. Πιστεύεις στα όνειρα καπετάν Γιάννη, αντί να απαντήσω τον ρώτησα. «Άσε με ρε πρωί – πρωί, νευριασμένος με αποπήρε. Σαν καπετάνιος προς ναύτη. Κάποιο ξαφνικό σύννεφο του είχε κρύψει τον ήλιο κι έμεινε η πυξίδα αδιόρθωτη, τον νευρίασε.  Όταν έβαλε με την δέουσα προσοχή τον εξάντα στη θέση του, ήρεμος πια μου απάντησε. «Όταν ήμουν κι εγώ νέος σαν και σένα, πίστευα στα όμορφα. Τώρα που γέρασα, ούτε στα όμορφά κι ούτε στα άσχημα όνειρα πιστεύω. Εσύ είσαι νέος κι έχεις καιρό μπροστά σου. Πίστευε ότι θέλεις και ακολούθα το δρόμο της καρδιάς σου».

     Να είσαι καλά καπετάν Γιάννη. Άκουσα τη συμβουλή σου και δεν μετάνιωσα ποτέ!

 

                                                                                        7 Ιούλη 2024

Ταξιδεύοντας δίπλα στο σπίτι μου

 

                                            Ταξιδεύοντας δίπλα στο σπίτι μου

 

    Είχα κάμποσα χρόνια να πιάσω Αιγυπτιακό λιμάνι και τώρα καλοκαιριάτικα βρέθηκα στο El Dekheila, ένα μικρό λιμάνι κοντά στην Αλεξάνδρεια. Θα φορτώναμε βενζίνη για Ισραήλ δυστυχώς και λέω δυστυχώς για δυο λόγους. Ο ένας ήταν ναυτικός. Θα γινόμασταν στη γλώσσα μας, γαλατάδες. Κλεμμένη στεριανή ορολογία, από την εποχή εκείνη που κάθε πρωί, μοίραζε ο γαλατάς το γάλα στης γειτονιάς τα σπίτια. Θα ξεφορτώναμε με άλλα λόγια σε τρία κοντινά λιμάνια του Ισραήλ. Μανούβρα, δέσε – λύσε δίχως κέρδος κι ο δεύτερος λόγος, καθαρά κοινωνικός - πολιτικός. Οι Εβραίοι τράβηξαν τα πάνδεινα από τον Ναζισμό του Χίτλερ και τώρα προσπαθούν να τον ξεπεράσουν σε θηριωδίες, ενάντια στον Παλαιστινιακό Λαό. Αυτή τη βαρβαρότητα, δεν μπόρεσα ποτέ να την αποδεχτώ.

    Μείναμε ένα βράδυ στην Αίγυπτο και δεν έχασα την ευκαιρία. Επισκέφθηκα την Αλεξάνδρεια, που από μικρός αυτή τη πόλη συμπαθούσα. Ίσως από ιστορίες της γιαγιάς , που τα πρώτα χρόνια της νιότης της τα πέρασε εκεί. Μπορεί και σαν μαθητής αργότερα που διάβασα κάποια ποιήματα του Καβάφη κι ας μη καταλάβαινα τι ήθελε να πει, ο  Αλεξανδρινός μας Ποιητής. Σαν ναυτικός, κάποιες φορές λοιπόν, επισκέφθηκα αυτή τη Πόλη και κάποια φορά πέρασα ένα τρίμηνο στο λιμάνι της, ξεφορτώνοντας στους αργούς ρυθμούς της, ξυλεία που μεταφέραμε από την Φιλανδία. Τώρα όμως, λίγες ώρες είχα περιθώριο παραμονής, αλλά και τώρα όπως και τότε, επισκέφθηκα το καφέ ΑTHINEOS και ήπια καφέ και μια μπύρα. Ήταν ένα παλιό αριστοκρατικό καφέ- ζαχαροπλαστείο, που πριν Νάσερ εποχή, σύχναζαν εκεί οι Έλληνες κάτοικοι της Αιγύπτου και δεν έκρυβαν την οικονομική και πολιτική τους ισχύ.

     Με κλειστά τα μάτια μου ταξίδεψα στα χρόνια εκείνα και κρυφάκουγα τις συζητήσεις από τα διπλανά τραπέζια. Οι άνδρες με τα ρεπούμπλικα και τα Εγγλέζικα κουστούμια που φορούσαν, μιλούσαν μόνο για τα κέρδη του εμπορίου. Για εισαγωγές και εξαγωγές και για τη τιμή του βαμβακιού. Οι γυναίκες έπιναν τα κοκτέιλ τους κι όλο για τη μόδα συζητούσαν, σε άπταιστα  Γαλλικά και με τις ακριβές κινέζικες βεντάλιες δρόσιζαν τα πρόσωπα τους.  Σε μια απόμερη γωνιά καθόταν ο Αλεξανδρινός Ποιητής και συζητούσε σοβαρός με τους σερβιτόρους. Τους απάγγελνε κάποια από τα ποιήματα του κι αυτοί κουνώντας καταφατικά τα κεφάλια τους, συμφωνούσαν μαζί του. Μάλλον «αποχαιρετούσε την Αλεξάνδρεια που χάνει» και τους σερβιτόρους, που περισσότερο από  όλους τους άλλους θαμώνες συμπαθούσε.

     Όταν άνοιξα τα μάτια, είχε βασιλέψει ο ήλιος. Ο σερβιτόρος, ο μόνος που είχε απομείνει, με μια πολυχρησιμοποιημένη πετσέτα, έδιωχνε τις μύγες από τα τραπέζια. Το ATHINEOS είχε χάσει τη παλιά του αίγλη. Πλήρωσα και βγήκα στον πολυσύχναστο δρόμο. Συνοδεία μου η φωνή του Ποιητή κι η απαγγελία του, το πιο γλυκό άκουσμα στ’ αυτιά μου. «…..Σαν έτοιμος από καιρό, σαν θαρραλέος, αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που φεύγει. Προ πάντων να μη γελασθείς, μην πεις πως ήταν ένα όνειρο, πως απατήθηκεν η ακοή σου, μάταιες ελπίδες τέτοιες μη καταδεχθείς….». Μαζί φθάσαμε μέχρι στο παλιό «ΦΑΡΜΑΚΕΙΟΝ», με την ξεβαμμένη από τη φθορά του χρόνου, πάνω από την κεντρική είσοδο, Ελληνική επιγραφή. Ακριβώς κάτω από αυτή την επιγραφή σταμάτησε η απαγγελία και χάθηκε μέσα στο ανθρωπομάνι και ο Ποιητής. Σαν να είχαν συμφωνήσει με τον Ιμάμη, άρχισε αυτός την προσευχή του και καλούσε από τον μιναρέ, τους πιστούς μουσουλμάνους να κάνουν το ίδιο. Οι πιο πιστοί άπλωσαν μια πετσέτα, που για αυτό το λόγο, την είχαν πάντοτε μαζί τους και γονάτιζαν, κοιτάζοντας προς τη Μέκκα κι έκαναν την προσευχή τους.  Αχ! Αλεξάνδρεια, όσο κι αν αλλάξεις, παραμένεις πάντα  ίδια!   

    Ήρθε η ώρα της επιστροφής μου στο καράβι. Μέσα από το ταξί, αποχαιρετούσα κι εγώ τη πόλη, καθώς χανόντουσαν σιγά σιγά τα τελευταία φώτα της. « ‘ant yunani?», με ρώτησε ο ταξιτζής κι όταν του απάντησα πως είμαι Έλληνας, έδειξε να χάρηκε, «ki ego milo ligo elinika. Ki ego doylia me pedia elines se karavi”. Φθάσαμε στη προβλήτα. Πήγα να τον πληρώσω και δεν ήθελε λεφτά. Είχε δουλέψει μαζί μας και ήξερε το φιλότιμο μας. Ήξερε πως δεν θα δεχόμουν απλήρωτη τη κούρσα. «Shukranshukran poli file»,αφού δεν πήρα ούτε τα ρέστα, με ευχαρίστησε και χαρούμενος πήρε το δρόμο της επιστροφής. Η φόρτωση είχε τελειώσει αλλά θα αναχωρούσαμε το πρωί. Δεν έβγαζαν πλοία έξω από το λιμάνι νυχτιάτικα. Στην Αίγυπτο δεν βιάζονται πολύ και στο δωμάτιο μου, όλη τη νύχτα μύριζα Αλεξάνδρεια.

   Την επομένη αναχωρήσαμε για Ashdod. Δέσαμε σε τσαμαδούρες και ξεφορτώσαμε μια μικρή ποσότητα του φορτίου και ύστερα αναχωρήσαμε για το επόμενο και κοντινό λιμάνι, το Ashkelon. Ξανά δέσιμο σε τσαμαδούρες κι ας ήταν δίπλα μας η στεριά, η έξοδος ήταν απαγορευτική. Λίγο πιο πέρα ήταν η Gaza κι ο καημός της Παλαιστίνης. Ασταμάτητα περιφρουρούσαν πολεμικά πλοία σε απόλυτη ετοιμότητα κι ο Ισραηλινός που παρακολουθούσε την εκφόρτωση λιγομίλητος. Μάταια προσπάθησα να ανταλλάξουμε δυο λέξεις. Λες και ήταν «σφαίρες» από τις σφεντόνες, των παιδιών της Παλαιστίνης, τις απέφευγε. Ευτυχώς τελειώσαμε γρήγορα κι από εδώ και σαλπάραμε. Ήμασταν μια ανάσα από τη φυλακή της Γάζας και δεν μπορούσα ούτε να την βλέπω.

    Το τρίτο λιμάνι ήταν η Haifa και εκεί πιάσαμε τελικά λιμάνι. Δώσαμε κάβους και δέσαμε. Το βράδυ περισσότερο από περιέργεια, βγήκα έξω. Στο καφέ που πήγα, πέρασα από τον υποχρεωτικό έλεγχο, σαν κι αυτόν που περνάμε στα αεροδρόμια πριν την επιβίβαση. Ο φόβος του ισχυρού είπα στον συνάδελφο της συντροφιάς μου. «Μη μιλάς. Μπορεί και να μας παρακολουθούν», μου είπε φοβισμένος. Πολλών λογιών είναι ο φόβος σκέφθηκα, πίνοντας το καφέ. Ήθελα να φωνάξω «Λευτεριά στη Παλαιστίνη», μα φοβόμουν. Άραγε τα παιδιά με τις σφενδόνες δεν φοβούνται?

    Χωρίς τη χαρά της εξόδου, γυρίσαμε στο καράβι. Η εκφόρτωση είχε τελειώσει και το πρωί θα αναχωρούσαμε για Ιταλία. «Υπολόγισε τα μίλια για το Brindisi και χάραξε τη ρότα καπετάν Κωνσταντή», μου είπε ο καπετάνιος. Μικρό το ταξίδι και η Ανατολική Μεσόγειος, χάρμα ιδέσθαι, αυτή την εποχή. Θα περνούσαμε κι από Ελληνικές θάλασσες, με ότι αυτό συνεπάγεται. Θα ακούγαμε ραδιόφωνο, θα βλέπαμε κάποιες ώρες τηλεόραση και το σπουδαιότερο, θα μιλούσαμε και στο τηλέφωνο με τα αγαπημένα μας πρόσωπα. Όλα αυτά που τα στερούμαστε στις μεγάλες και ξένες θάλασσες.

     Χάραξα χαρούμενος του ταξιδιού τη ρότα, από βόρεια της Κρήτης. Όταν την ήλεγξε όπως συνηθίζεται ο καπετάνιος κι αφού σκέφθηκε για λίγο, αποφάσισε. «Καλά έκανες καπετάν Κωνσταντή, αν και θα έχουμε πολλά κροσαρίσματα1 με τα ποστάλια2 της Κρήτης. Αυτά θα τα φυλάξουμε. Δεν πιστεύω όμως να χάνουμε πολλά μίλια και μας «χέσουν» από το γραφείο», μου είπε. Δυο μίλια διαφορά είναι καπετάνιε, είχα έτοιμη την απάντηση, γιατί την περίμενα.

« Όλα καλά. Ας έχουμε καλό ταξίδι. Πάω να τηλεφωνήσω στο γραφείο», είπε και χάρηκα πολύ, όπως κι όλο το πλήρωμα.

    Με την παρακολούθηση πολεμικών πλοίων, αρκετά μακριά από το λιμάνι, αναχωρήσαμε για Brindisi, λίγο πριν το ξημέρωμα. Μετά από τριάντα ώρες ταξίδι πλησιάσαμε τις ακτές της Ανατολικής Κρήτης και στο ραντάρ «πιάσαμε3» τον κάβο Σίδερο και το πλήρωμα προσπαθούσε άλλος να πιάσει ραδιοφωνικό σταθμό, άλλος τηλεόραση και οι περισσότεροι σήμα τηλεφώνου. Εγώ στην αριστερή βαρδιόλα4, μάταια προσπαθούσα με τα κιάλια να ανιχνεύσω τη στεριά κι αφού δεν το κατάφερα, έσκυψα πάνω στο χάρτη και λίγο πριν τελειώσει η βάρδια μου, με το κουμπάσο5 μέτρησα τα μίλια και λογάριασα την ώρα που θα περάσουμε δίπλα από την Ντία. Χάρηκα γιατί θα ήμαστε εκεί στην επόμενη πρωινή μου βάρδια. Σαν ήρθε ο αντικαταστάτης μου, του ευχήθηκα καλή βάρδια και καθώς είχαμε πλησιάσει ακόμη περισσότερο τη στεριά, δεν άργησα να μιλήσω τηλεφωνικά με την οικογένεια μου, που ήξερα πόσο πολύ περίμενε το τηλεφώνημα μου.

     Είχαν περάσει πέντε μήνες από τότε που είχα αναχωρήσει από το σπίτι για το μπάρκο. Μεγάλος ο χωρισμός και ήταν η πρώτη φορά που έτυχε να περάσω τόσο κοντά από το νησί που ήταν το σπίτι μας. Γύρω στις πέντε τα ξημερώματα θα περνάω δίπλα από το σπίτι μας ανήγγειλα στη σύζυγο και στα παιδιά και προσπάθησα να ακούγομαι χαρούμενος. « Θα ήμαστε ξύπνιοι όλοι και θα σε περιμένουμε. Θα ανέβουμε στη πιο ψηλή ταράτσα, να δούμε το καράβι και να σου στείλουμε φιλιά. Να κάνεις μια στάση, γιατί έχω να σου πω ένα μυστικό», άκουσα τη μικρή μου κόρη να μου λέει. Θα σας χαιρετήσω με το  Άλτη6 κατάφερα να πω κι έκλεισα το τηλέφωνο, πριν με πιάσει το κλάμα.

   Είναι ευχάριστο το ταξίδι, σαν ταξιδεύεις ακτοπλοΐα, μα σαν ταξιδεύεις δίπλα στο νησί σου, το ξέμπαρκο αναζητάς. Ο Μορφέας αλλού ταξίδευε κι εγώ, όλο σκεφτόμουν τη στεριά. Δεν βαρυγκώμησα στη σκάντζα βάρδια7 ετούτη τη φορά. Με λαχτάρα ανέβηκα στη Γέφυρα και η στεριά δίπλα μας, μια πολύχρωμη φωτισμένη γιρλάντα όπως κάθε νύχτα Ιούλη μήνα. Ήπια μια γουλιά καφέ κι έβαλα το στίγμα του πλοίου στο χάρτη. Τέσσερις η ώρα ακριβώς. Η θάλασσα μπουνάτσα και μόνο δυο τρία ψαράδικα ψάρευαν κοντά στις ακτές. Προσπαθούσα να μη σκέφτομαι, να μη ζηλεύω και να ονειρεύομαι το ξέμπαρκο.

    Τέσσερις και μισή έβαλα το επόμενο στίγμα στο χάρτη. Στο ραντάρ εντόπισα καθαρά, στην αριστερή μας πλώρη, την Ντία. Αφού έτσι κι αλλιώς θα έχουν ξυπνήσει και θα περιμένουν τηλεφώνημα μου, γιατί να το καθυστερώ; «Που είσαι μπαμπά; Δεν σε βλέπουμε ακόμη», απάντησε η μεγάλη μου κόρη. Πλησιάζομε και σε λίγο θα σας κάνω σινιάλο με τον μεγάλο φακό του πλοίου και είμαι σίγουρος θα με δείτε.

   Με την ψευδαίσθηση ότι ήμαστε δίπλα, ξεγελάσαμε τον χωρισμό και ξεχάσαμε τη πραγματικότητα για μισή ώρα. Πόσο γρήγορα πέρασε αυτό το μισάωρο! Θα βάλω το στίγμα στο χάρτη ακριβώς στις πέντε και θα σας κάνω σινιάλο με τον άλτη. Θα σας πάρω μετά ξανά τηλέφωνο, να μάθω αν με είδατε.

    «Σε είδαμε μπαμπά. Πολύ μεγάλο ήταν το πλοίο σου, αλλά γιατί δεν σταμάτησες; Δεν με άκουσες που σου είπα ότι θέλω να σου πω ένα μυστικό». « Θα του το πεις σαν έρθει Μαρουσάκι. Θα γυρίσεις γρήγορα μπαμπά, έτσι δεν είναι; Κρίμα που δεν έχουμε κι εμείς ένα τέτοιο φακό, να σου στέλναμε με σήματα την αγάπη μας και πολλά φιλιά!». Ναι Λιάνα μου, θα γυρίσω γρήγορα. Πολύ γρήγορα. Να αγαπάς την αδελφούλα σου και να ακούς τη μανούλα. «Μπαμπά μ’ ακούς; Έμαθα να κάνω μπάνιο και θέλω μαζί σου, να κάνω και βουτιές. Αυτό ήταν το μυστικό μου και θέλω να γυρίσεις γρήγορα. Πριν τελειώσει το καλοκαίρι!» «Καλό ταξίδι αγαπημένε μου και μη στεναχωριέσαι. Λίγος καιρός έμεινε ακόμα. Να προσέχεις τον εαυτόν σου και να μη στεναχωριέσαι. Σ’ αγαπούμε πολύ και σε περιμένουμε».  

    Στις πέντε και μισή ήμασταν δίπλα από την Ντία. Το ταξίδι συνεχιζόταν και το χωριό με τους φίλους, το σπίτι με τα αγαπημένα μου πρόσωπα έμεναν πίσω. Ο χρόνος άρχισα ξανά να περνά αργά και δύσκολα. Στις έξι ανέβηκε ο καπετάνιος στη Γέφυρα και το καράβι των Μινωικών πέρασε ανοικτά από τη πλώρη μας με ρότα για Ηράκλειο. Πιο πίσω ακολουθούσε της ΑΝΕΚ. Αυτό θα περνούσε από την πρύμνη μας κι ο καπετάνιος που δεν του άρεσαν τα κροσαρίσματα, ήπιε ήρεμος τον καφέ του κοιτάζοντας τα φωτά της στεριάς που σιγά σιγά έσβηναν κι άφηναν τον ήλιο που ανέτειλε να κάνει τη δουλειά τους.

     Μας έχει κουράσει η πολυήμερη μοναξιά των ταξιδιών, η απεραντοσύνη του ωκεανού, με τις φουρτούνες του συχνά και το μονότονο γαλάζιο του και κάθε φορά που στα ταξίδια μας θα πλησιάσουμε στεριά χαιρόμαστε οι Ναυτικοί. Ακόμη και η πιο αφιλόξενη ακτή, ή και μόνο ένας φάρος σ’ ένα ακατοίκητο νησί στη μέση του πελάγους, μας δίνουν κουράγιο και συνεχίζουμε το ταξίδι. Τίποτα από όλα αυτά δεν νοιώθω τώρα, που συνεχίζω να κοιτάζω το νησί μου κι όλο μακραίνω κι όλο το χάνω. Έφθασα κοντά στη βρύση. Διψούσα πολύ, αλλά νερό δεν ήπια. Ένα φιλί και μια αγκαλιά δεν έδωσα, σ’ όσους το πρόσμεναν.

     - Γνωρίζω κι εγώ από πρώτο χέρι τι σκέψεις που σε βασανίζουν Κωνσταντή. Από την Άνδρο είμαι και ξέρεις πόσες φορές περνάμε από το στενό του Καφηρέα8. Δεν συνηθίζονται ορισμένα πράγματα τα άτιμα, αλλά εμείς ή ήμαστε πολύ δυνατοί ή ξεχασιάρηδες περισσότερο από το πρέπον. Αν θέλεις πάρε τηλέφωνο τον καμαρότο να μας φέρει δυο καφέδες και θα σου κάνω παρέα να περάσει η βάρδια σου.   

    - Εντάξει καπετάνιε! Τον θέλω κι εγώ και σ’ ευχαριστώ.

    - Χάρηκα πολύ αφού ξεμπερδέψαμε με τους Ισραηλίτες. Ένοιωθα πολύ άσχημα να μας παρακολουθούν με τα πολεμικά τους, σαν να ήμαστε εχθροί και συνέχεια σκεφτόμουν τους καημένους τους Παλαιστίνιους. Που την βρίσκουν τόση δύναμη κι αντέχουν τόσα χρόνια στη Γάζα, που είναι μια μεγάλη φυλακή. Λίγο έλλειψε να τσακωθούμε με τον παραλήπτη του φορτίου, όταν τον ρώτησα αν νομίζει ότι κάποια μέρα πρέπει να τελειώσει αυτή η κατάσταση. Όλο το άδικο το έριξε στους Παλαιστίνιους και στα παιδιά τους ακόμη. «Εμένα τα δικά μου παιδιά πάνε σχολείο και τα δικά τους, μας πετροβολούν με τι σφενδόνες». Τα δικά σας έχουν σχολεία του απάντησα, μα τα άλλα δεν έχουν του απάντησα και τότε νευρίασε πολύ. Μέχρι που αναχωρήσαμε δεν ανταλλάξαμε κουβέντα. Μέχρι να υπογράψει την παραλαβή του φορτίου και να σαλπάρουμε, φοβόμουν μήπως θα είχαμε μπλεξίματα, αλλά το άδικο με έπνιγε.

   - Αυτό το άδικο με έπνιγε και μένα καπετάνιε. Κι έξω που βγήκα, καλλίτερα θα ήταν να μην έβγαινα. Περισσότερο στεναχωρήθηκα παρά που χάρηκα τη χαρά της εξόδου.

   - Ήμαστε ξεχασιάρηδες όπως σου είπα. Σαν πιάσουμε Brindisi  θα σου κάνω το τραπέζι. Θα ποιούμε και καλό Ιταλικό κρασί και θα ξεχάσουμε ότι θα θέλαμε να ξεχάσουμε. Έτσι μπορούμε και συνεχίζουμε τα ταξίδια καπετάν Κωνσταντή και το επόμενο είναι λογκάδο. Πριν λίγο ήρθε το μαντάτο. Μόντρεαλ θα πάμε κι ο Ατλαντικός μας περιμένει.

   - Μου έλλειψε ο ωκεανός και δεν το κρύβω καπετάνιε!

                   Γλωσσάρι

 1 :  Κροσάρω           = διασταυρώνω τη πορεία του σκάφους μου, με εκείνη κάποιου άλλου.

 2 :  Ποστάλια           = επιβατηγά πλοία

 3 :  “Πιάσαμε”          = εντοπίσαμε

 4 :  βαρδιόλα           = το φτερό δίπλα από τη Γέφυρα του πλοίου

 5 :  κουμπάσο          = ναυτικός διαβήτης

 6 :  άλτης                  = φωτεινός σηματοδότης

 7 :  σκάντζα βάρδια  = αλλαγή βάρδια

 8 :  Καφηρέα             = είναι το θαλασσινό στενό μεταξύ Άνδρου και Εύβοιας

                                                                    

                                                                         Ιούνιος 2004 

Φωτογραφία από Randar της βάρδιας εκείνης



Η Μαγγανεία του Μαρκόνι

 

                                 Η μαγγανεία του Μαρκόνι        

 

   Μάη μήνα, στις αρχές της δεκαετίας του 80, αναχώρησα για μπάρκο. Ο Μάης είναι μήνας για ξέμπαρκο, γιατί μας φέρνει το καλοκαίρι, με όλα τα καλά του. Για αυτό το λόγο και για κάποιον άλλο, πολύ πιο σοβαρό, η αναχώρηση μου ήταν πιο πολύ σκληρή, από τις προηγούμενες. Με βαριά καρδιά βρέθηκα στη Βενεζουέλα και σ’ ένα μικρό λιμάνι, στο νησί de Margarita. Στις δέκα το πρωί θυμάμαι ανέβηκα τη σκάλα του πλοίου. Το πλήρωμα έπινε τον καφέ του σ’ ένα σκεπαστό και η ζέστη ήταν ανυπόφορη. Όλοι με υποδέχθηκαν με καλοσύνη και ο συνάδελφος που θα αντικαθιστούσα, ήταν περίσσια χαρούμενος. Πριν τελειώσει το coffee time, ο καπετάνιος είπε στο δόκιμο, «φέρε ρε Αντώνη ένα μαγνητόφωνο στον καπετάν Κωνσταντή, να ακούει μουσική. Μην απορείς», συνέχισε αφού είχε καταλάβει πως είχα δουλέψει μόνο σε σταράδικα και καρβουνιάρικα. «Το καράβι είναι πολύ καλό, ο καπετάνιος γαλαντόμος και τα φορτία του σπέσιαλ. Έχουμε τα τυχερά μας, όπως θα κατάλαβες. Από Άπω Ανατολή φορτώνουμε και Λατινική Αμερική ξεφορτώνουμε. Τώρα θα πιάσουμε και Αϊτή», μου είπε ο συνάδελφος, την ώρα της ξενάγησης στη Γέφυρα, ως είθιστε. « Έχω οκτώ μήνες στο καράβι και θα καθόμουν άλλους τόσους, αν δεν επιθυμούσα να βρίσκομαι  στη γέννα του παιδιού μου. Σε μια βδομάδα θα είμαι μπαμπάς και σ’ ευχαριστώ που ήρθες».

   Η χαρά του, μαχαιριά στη καρδιά μου, αλλά κρατήθηκα έστω και με δυσκολία. Δεν θα ωφελούσε σε τίποτα να λιγόστευα τη χαρά του. Η δικιά μου κόρη, γιατί  μόνο εγώ πίστευα πως κόρη θα ήταν το πρώτο μας παιδί, παρ’ ότι όλο το συγγενολόι αγόρι το έβλεπαν ή το ήθελαν, θα γεννιόταν σε τρεις μήνες, θα ήμουν κι εγώ μπαμπάς, αλλά θα ήμουν μακριά.

   Δουλεύουν τα ραντάρ; τον ρώτησα για να ξεχάσω τη σκέψη που με πλήγωνε. «Μια χαρά δουλεύουν. Το μικρό το επισκευάσαμε πριν αναχωρήσουμε από Σιγκαπούρη. Θέλεις να τα δοκιμάσουμε;» όχι πάμε να ρίξουμε και μια ματιά στο κατάστρωμα.

   Την επομένη λίγες ώρες πριν σαλπάρουμε, βοήθησα κι εγώ τον συνάδελφο να μεταφέρει τις βαλίτσες του στον μόλο. Τόσες πολλές βαλίτσες, πρώτη φορά έβλεπα σε ξέμπαρκο ναυτεργάτη. Ψώνια για το μωρό που περιμένει σκέφτηκα, όταν τον αποχαιρετούσα και του ευχήθηκα καλό ταξίδι και καλή λευτεριά στη σύζυγο του.

    Σε λίγες ώρες μετά τον απόπλου, καταπλεύσαμε στο Μαρακάϊμπο, στο λιμάνι των κεραυνών. Εδώ πήρα το βάπτισμα σε τζενεραλάδικο βαπόρι. «Εδώ βλέπεις, αλλά κάνεις πως δεν βλέπεις. Το ίδιο κάνουν όλοι σε τούτο το λιμάνι και μας βολεύει όλους. Στο οργανωμένο πλιάτσικο φορτώνουν ότι λείπει από τι φορτωτικές, για να σου λύσω και την απορία που είδα στα μάτια σου, καθώς μετρούσες τις βαλίτσες του συναδέλφου που αντικατέστησες.»  

    Γρήγορα μπήκα στο πνεύμα και αφού βρισκόμαστε στο τέλος σχεδόν της εκφόρτωσης, πήρα για μερδικό μου, δυο τρεις χιλιάδες αυτόματες μετροταινίες των πέντε μέτρων. Το καλλίτερο φορτίο είχε ήδη ξεφορτωθεί, αλλά οι καλοί συνάδελφοι φρόντισαν από το περίσσευμα τους και για μένα.

     Χωρίς να δω ούτε ένα κεραυνό, αναχωρήσαμε για Αϊτή. Ελάχιστο φορτίο είχε μείνει κι αυτό βοήθεια του Ερυθρού Σταυρού της Ιαπωνίας. Ένα ασθενοφόρο και κάποια άλλα ιατρικά βοηθήματα. Στο πέλαγος, εκεί που γνωριζόμαστε καλλίτερα οι ναυτικοί και για να περνά βαρεμάρα της μοναξιάς, λέμε ακόμη και τα μυστικά μας, άνοιξα τη καρδιά μου στον Μαρκόνι. Δίπλα στη Γέφυρα ήταν το δωμάτιο του Ασύρματου και όταν δεν έστελνε ή δεν έπαιρνε κάποιο μήνυμα, συντροφιά μου έκανε στη βάρδια.

   Λόγο στο λόγο του είπα και για τη χαρά που περίμενα και του έκρυψα το παράπονο μου. Χαμπάρι δεν πήρε και δικαιολογημένα. Αρραβωνιασμένος ήταν και δεν είχε περάσει τέτοια μπόρα. «Θέλεις να σου πω τι παιδί θα αποκτήσεις; Ξέρω ότι όλοι οι γονείς που περιμένουν μωρό, ζουν με την αγωνία και λαχτάρα να μάθουν. Εμένα μου έμαθε η γιαγιά μου, που ήρθε πρόσφυγας από τα βάθη της Μικράς Ασίας ένα κόλπο και το ξέρω από πριν γεννηθεί. Αν θέλεις μπορώ να το κάνω και σε σένα, αφού τελειώσεις τη βάρδια. »

    Χτύπησε το τηλέφωνο στο μαρκονάδικο και πριν προλάβω να απαντήσω θετικά ή αρνητικά, έτρεξε να απαντήσει. Μάλλον κάποιο μήνυμα έπρεπε να στείλει γιατί άκουσα, μετά από λίγο να δουλεύει το Μορσικό αλφάβητο. Δεν με ξέχασε όμως και με περίμενε στη πόρτα, μόλις τέλειωσα τη βάρδια.

    «Έλα να μάθουμε το γένος του μωρού σου. Η γιαγιά μου, πήγαινε μπροστά από την επιστήμη, από αυτό που ακόμη και σήμερα δεν ξέρει με σιγουριά. Σε δυο λεπτά θα ξέρεις καπετάν Κωνσταντή».

     Από περιέργεια, από πραγματική λαχτάρα, ή για να μη του στερήσω τη χαρά της γνώσης του, πέρασα μέσα κι έκλεισε πίσω μου την πόρτα.

    «Κάθισε και ηρέμησε. Πρέπει να είσαι πολύ ήρεμος για να έχουμε το καλλίτερο αποτέλεσμα. Κράτησε με τα δάχτυλα του δεξιού χεριού αυτή την κλωστή. Στο κάτω μέρος της, υπάρχει καθώς βλέπεις μια βελόνα. Ένα απλό εκκρεμές είναι, αλλά μας φανερώνει το μυστικό που για εννιά μήνες, σε κρατά σε αγωνία. Κράτησε την αναπνοή σου για μισό λεπτό. Έτσι μπράβο! Να σου ζήσει! Αγόρι θα είναι και παλικάρι το μωρό που περιμένεις. Βλέπεις η βελόνα πηγαίνει μπρος πίσω. Σημάδι καλό πως είναι αγόρι. Αν σχημάτιζε κύκλο, τότε θα ήταν κορίτσι καπετάνιε.»

    Αυτή τη φορά, σύμμαχος μου έγινε ο Ασύρματος. Κάποιος σταθμός τον καλούσε και μέχρι να απαντήσει, βρήκα την ευκαιρία και πηδώντας δυο δυο τα σκαλιά, βρέθηκα στη τραπεζαρία για φαγητό. Δεν τον ευχαρίστησα για την χαρά που μου έδωσε η «επιστημονική διάγνωση» του. Δεν θα με πίστευε εξάλλου.

    Φθάσαμε στο Port au Prince, λιμάνι και πρωτεύουσα της Αϊτής. Με λίγες σαμπανιές1 ξεφορτώσαμε το λιγοστό φορτίο που είχε απομείνει και μας έβγαλαν στο αγκυροβόλιο. Μείναμε μήνες, περιμένοντας να βρεθεί κάποιο ναύλο για Μεσόγειο. «Τα καύσιμα να βγάλει θέλει ο καραβοκύρης, για να φθάσουμε μέχρι την Ελευσίνα», έλεγε ο καπετάνιος. Ήταν η εποχή που έδεναν ντάνες τα βαπόρια στο κόλπο της και βρώμιζε η θάλασσα.

     Αν δεν αγωνιούσα για να πάρω το ευχάριστο χαμπέρι, ευχάριστη θα ήταν η παραμονή. Με την σωσίβια λέμβο, κάθε απόγευμα βγαίναμε στη παραλία για μπάνιο. Γνωρίσαμε φτωχούς ψαράδες και γίναμε φίλοι. Ψάρευαν θαλασσινά κογχύλια για εξαγωγή στη Γαλλία και μας έδιναν αστακούς που μπέρδευαν στα δίχτυα τους. Εμείς τους δίναμε ρούχα, εργαλεία και παιγνίδια πολλά. Όλα από το φορτίο και δικαιολογημένα, λόγω πλιάτσικου. Τα παιδιά έπαιζαν και οι μανάδες τους χαρούμενες έπλεναν τα ρούχα και ούτε που τις ένοιαζε που φαινόντουσαν τα κρεμασμένα στήθη τους.

    «Θέλω κάτι να σου πω καπετάν Κωνσταντή. Έρχεσαι για λίγο και πριν πας για καφέ, στον Ασύρματο;» Έδειχνε κομπιασμένος, σαν να είχε κάτι, μα όχι ευχάριστο νέο να μου αναγγείλει ο Ασυρματιστής.  «Δεν ξέρω πώς να σου το πω, αλλά και δεν ωφελεί να σου το κρατήσω μυστικό». Μόνο όταν με είδε ψύχραιμο, μου έδωσε το τηλεγράφημα που είχε πάρει πριν λίγες ώρες και κρατούσε στα χέρια του που παρατήρησα να τρέμουν κι ο μήνας ήταν Αύγουστος2.

    «Να μας ζήσει η κορούλα μας!», έγραφε και η χαρά μου έφθασε στον ουρανό. Στη τρελή χαρά μου, ο Ασυρματιστής κουνούσε σκεφτικός το κεφάλι. «Υπάρχουν ακόμη πατεράδες που χαίρονται με μούλικα παιδιά» θα σκέφθηκε, γιατί δεν μπόρεσε να φανταστεί ότι το κόλπο της γιαγιάς του, μπορεί να κάνει κάποιο λάθος. Ήμουν πολύ ευτυχισμένος για να μπορέσω να του κρατήσω κακία. Είχα τη κόρη μου και ήμουν κι ο μόνος που είχε πετύχει στη πρόβλεψη. Η μόνη μου έννοια ήταν να γυρίσω όσο το δυνατόν πιο σύντομα κοντά της.

    Καλά κακά βρήκαμε ναύλο. Καλαμπόκι από Νέα Ορλεάνη για Αλγέρι. Φορτώσαμε γρήγορα αλλά κολλήσαμε στην εκφόρτωση. Τα πολιτικά προβλήματα της χώρας είχαν αντίκτυπο και στην εκφόρτωση που κράτησε τρεις μήνες. Χρυσάφι θα τους κόστισε το καλαμπόκι, αλλά ποιος λογαριάζει τέτοια πράγματα. όταν αυτός που πληρώνει τον βαρκάρη, είναι μόνο ο Λαός. Στο κοντραμπάντο που πήγε να κάνει ο Γραμματικός, πιάστηκε στα πράσα και ένας ψεύτο – αστυνομικός, μας έφαγε τζάμπα όλες τις μετροταινίες. Δεν έκανα για τζενεραλάδικο. Εγώ βιαζόμουν να γυρίσω Πειραιά και στο σπίτι μου.

   Όταν φθάσαμε στην Ελευσίνα ήμουν όλο χαρά και με πολλές βαλίτσες. Είχαν φροντίσει οι παλιοί τζενεραλάδες και με φόρτωσαν, με παιγνίδια ένα σωρό.

    

1.         Σαμπανιές. το φορτίο που μεταφέρεται από ή προς το πλοίο σε δέματα, με τον γερανό ή με τα μέσα του πλοίου.

2.        Θα μπορούσε να είχε συμβεί το ίδιο γεγονός και μέρες Χριστουγέννων, σαν κι αυτές που περνάμε τώρα.

                                                                          ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΫΓΕΝΝΑ

Μπάρκο - Ξέμπαρκο, με ελικόπτερο!

 

                      

   «Ετοιμάσου καπετάν Κωνσταντή! Την επόμενη βδομάδα μπαρκάρεις». Έφθασε το όρντινο  από την εταιρεία και την μεθεπόμενη βδομάδα ήταν Χριστούγεννα.  Δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία, γιατί είχα μήνες ξέμπαρκος, Το περίμενα, αλλά άλλο να το περιμένεις κι άλλο να νοιώθει τη θηλιά να σου σφίγγει το λαιμό. Είχα κι ανάγκη να μπαρκάρω, αλλά και παραμονές Χριστουγέννων;

    Η προετοιμασία «απόπλου» για μπάρκο, είναι μια στενάχωρη διαδικασία και η ψυχολογία γκρίζα. Ετοιμάζεσαι να φύγεις και θα αφήσεις πίσω σου, ότι δεν ήθελες να αποχωριστείς. Σύζυγο – παιδιά και τη γερόντισσα τη μάνα.  Σκέφτεσαι τι πρέπει να πάρεις μαζί σου στο ταξίδι και βλέπεις τη ανοικτή βαλίτσα σαν εχθρό σου. Δεν πρέπει να ξεχάσεις τίποτα που θα σου χρειαστεί στο πέλαγος. Ότι ξεχάσεις, θα σου λείπει, μέχρι να φθάσεις  κι αν φθάσεις, σε καλόβολο λιμάνι. Δεν προγραμματίζεις που θα πας, πόσο θα μείνεις. Πηγαίνεις όπου πάει το καράβι και μένεις όσο διαρκεί η φορτοεκφόρτωση.  Σε μια βαλίτσα πρέπει να χωρέσουν τα πάντα. Οδοντόπαστα, βουρτσάκι και ξυριστικά. Ρούχα δουλειάς και εξόδου, χειμωνιάτικα και καλοκαιρινά. Σαλπάρεις από λιμάνι καλοκαίρι και φθάνεις χειμώνα στο επόμενο. Παίρνεις μαζί σου τις φωτογραφίες των αγαπημένων σου, λίγα βιβλία και κασέτες με λαϊκά, να σου κρατάνε συντροφιά, στη πελαγίσια μοναξιά.

      Όταν κλείνεις τη βαλίτσα ξέρεις πως, ο βουβός καημός του χωρισμού  σου πλησιάζει.

    «Αναχωρείς την Τρίτη 13 του μήνα από το Ελ. Βενιζέλος.  Στο Durban θα πάρεις το βαπόρι. Έρχεται από Αμερική και πηγαίνει για Al Basrah. Στο αεροδρόμιο θα σε περιμένει ο πράκτορας», οι τελευταίες οδηγίες απόπλου. Τυπικές, ψυχρές, τηλεγραφικές.

     Ο αποχωρισμός σκληρός σαν ατσαλόπετρα. Ο καημός δεν περιγράφεται με λέξεις.

     «Καλώς όρισες», με καλοδέχτηκε ο υπάλληλος του πράκτορα. «Θα μείνεις στο ξενοδοχείο σήμερα και αύριο το πρωί, που θα περνά το καράβι ανοικτά από το λιμάνι μας, θα πας με ελικόπτερο και θα ναυτολογηθείς. Όλα είναι κανονισμένα κύριε».

     Πρώτη φορά βρέθηκα να πετώ πάνω από τον Ινδικό Ωκεανό. Τι έχουν αν δουν τα μάτια μου ακόμη, σκέφτηκα καθώς έκανε προσνήωση στη κουβέρτα του πλοίου το ελικόπτερο  και το άγημα προσνήωσης, κρατιόταν να μη το παρασύρει ο αέρας από τον έλικα του. 

     Αποβιβάστηκα και επιβιβάστηκε ο συνάδελφος που αντικαθιστούσα, με τη  χαρά του ξέμπαρκου στο πρόσωπο του, καθώς μας χαιρετούσε την ώρα που το ελικόπτερο ήταν έτοιμο να απονηωθεί. Με καλωσόρισαν και το πλοίο συνέχισε το ταξίδι.

   Ο Ινδικός ήταν ήρεμος αυτή την εποχή και μετά από μέρες φθάσαμε στη Fujairah, για πετρέλευση και τρόφιμα. Είχαμε λογκάδο ταξίδι για να πάμε Αμερική μετά τη φόρτωση.

   Θα φορτώναμε σε ένα Sea Island Oil Terminal στο  Ιράκ και θα ξεφορτώναμε μεσοπέλαγα στο Κόλπο του Μεξικού. Στεριά δεν θα βλέπαμε ούτε με το κιάλι και δεν μας έφταναν όλα αυτά. Πλησιάζοντας  στο, ας το ονομάσουμε λιμάνι για να μη μπερδευόμαστε, Al Basrah, άρχισαν τα όργανα της νηοψίας, από τους προστάτες της περιοχής.

    Δύο πολεμικά σκάφη με το πλήρωμα τους σε ετοιμότητα και με τα όπλα να στοχεύουν, περικύκλωσαν το πλοίο μας.

    «Από πού ερχόσαστε, σάμπως δεν ξέρανε. Που πηγαίνετε, σάμπως δεν ξέρανε. Πόσα άτομα είστε πλήρωμα. Σταματήστε τις μηχανές. Ρίξτε ανεμόσκαλα. Να παραμείνει στη Γέφυρα μόνο ο Πλοίαρχος και στο μηχανοστάσιο, μόνο ο πρώτος Μηχανικός. Οι υπόλοιποι να παραταχθούν σε γραμμή στη πλώρη και όλα τα διαμερίσματα του πλοίου να έχουν ελεύθερη πρόσβαση, για έλεγχο που θα σας κάνουμε».

   Ακολουθήσαμε τις διαταγές και άρχισε το μαρτύριο στη πλώρη. Παρατεταγμένοι όλοι στη σειρά ακουμπούσαμε στα ρέλια, να μας βλέπουν  για να μας μετρήσουν.  Ήμασταν τρομοκράτες, μέχρι να βεβαιωθούν, ότι ήμασταν ταλαίπωροι ναυτεργάτες.  Από τη θάλασσα μας στόχευαν τα όπλα τους κι από τον ουρανό μας έκαιγε ο ήλιος, που θα ήταν πάνω από 40 βαθμούς κελσίου. Έτσι μείναμε  ώρα πολύ. Ψηθήκαμε από τη ζέστη και κοριζάσαμε στη δίψα, μέχρι να τελειώσει ο έλεγχος και το μαρτύριο. Δεν είχαμε προβλέψει, ούτε ένα μπουκάλι νερό να έχουμε στη ζούλα.

    Μεγάλη ήταν η ανακούφιση μας, όταν έληξε ο έλεγχος και επιστρέψαμε στα καπνιστήρια. Αφού πέρασαν λίγα λεπτά, όσα χρειάστηκαν να ξεφορτωθούν τα όπλα, αυτοί που μας σκόπευαν πριν λίγο, ήρθαν και κάθισαν μαζί μας.  Τους κεράσαμε Coca Cola και έπαψαν να μας βλέπουν σαν εχθρούς. Αργότερα, όταν μάθαμε ότι κι αυτοί περνάνε δύσκολα εδώ,  μπορεί να γίναμε και φίλοι. Πέντε μήνες περνούσαν εδώ, χωρίς πρόσβαση στη στεριά, μου είπε ο John, ένα νέο παλικάρι 25 χρόνων.

For five thousand dollars”, μου απάντησε, όταν το ρώτησα Γιατί; 

 Στα επόμενα ταξίδια ξέραμε. Παίρναμε μαζί μας μπόλικο νερό στη πλώρη.   

    Τρία ταξίδια έκανα Al BasrahGulf of Mexico με το VLCC Tanker και πρόσθεσα εφτά μήνες στο ναυτολόγιο μου και τους έχασα από αυτό που λέμε Ζωή. Εφτά μήνες χωρίς επαφή με στεριά. Πέρασαν τα Χριστούγεννα, πέρασε και το Πάσχα. Ο χρόνος, μηχανή είναι και  γυρίζει.  Αν φέρνει στεναχώριες ή χαρές, ούτε γνωρίζει.  Πέρασαν επτά μήνες! Έκλεισε το κοντράτο ναυτολόγησης, πλησιάζοντας στο τόπο που ναυτολογήθηκα, στο Durban. Με τον  τρόπο που ήρθα στο καράβι, με τον ίδιο ξεμπάρκαρα.  Μόνο  τα συναισθήματα ήταν, τελείως διαφορετικά. Κατά την απονήωση του ελικοπτέρου, ήμουν εγώ που χαμογελούσα τώρα, κοιτάζοντας το καράβι να συνεχίζει το ταξίδι. Ας είναι καλοτάξιδο, αλλά χωρίς εμένα.

   Η επιστροφή στο σπίτι είναι χαρά! Δεν θα την λιγοστέψω, ούτε με λέξεις κι ας είναι φιλενάδες μου.

Μια ερώτηση μόνο θα ήθελα να κάνω, σε όσους είχαν την υπομονή, να φθάσουν μέχρι εδώ, στο τέλος της ιστορίας μου.

  Θα ερχόσασταν μαζί μου στο ταξίδι;

    

                                                           

                                                     Νοέμβρης 2023     

Αγώνας θανάτου!

 

                            Αγώνας θανάτου 

 

      Δεν έχει σημασία πόσο ακριβό αγόρασε ο Λάκης το εισιτήριο.  Το κρατάει σφικτά στα χέρια του. Το κοιτάζει , το ξανακοιτάζει για να βεβαιωθεί ότι δεν είναι κάλπικο και το χώνει στην εσωτερική τσέπη του μπουφάν. Λίγα μέτρα πιο πέρα ο μαυραγορίτης συνέχιζε να παζαρεύει και να πουλάει το επόμενο εισιτήριο. Είναι το τελευταίο έλεγε κάθε φορά και ανέβαζε την τιμή. Έτσι κορόιδεψε και τον Λάκη και το αγόρασε πέντε φορές πάνω από την κανονική τιμή. Αυτές τις μέρες περίμεναν οι μαυραγορίτες να κονομήσουν. Τα ντέρμπυ των αιωνίων αντιπάλων.

      Δεν τον κρατούσε το στρώμα αυτή την Κυριακή. Ανήσυχος ήταν και ο ύπνος του, περιμένοντας το ξημέρωμα για να ετοιμαστεί, λες και θα πήγαινε ταξίδι μακρινό ή σε πόλεμο. Ξεκρέμασε τη κόκκινη σημαία με την άσπρη στάμπα στη μέση της. Το κεφάλι λιονταριού, που ήταν το σήμα της ομάδας του. Πήρε και το κασκόλ με τα ίδια χρώματα , που στόλιζε τον τοίχο του μικρού δωματίου του. Ανέμισε ρυθμικά τη σημαία και κρατήθηκε την τελευταία στιγμή, να μη φωνάξει το σύνθημα που θα φώναζε στο γήπεδο. Σκέφθηκε την μάνα του που δεν είχε ξυπνήσει ακόμα. Μια Κυριακή της έμενε να ξεκουραστεί.  Όλες τις άλλες μέρες της βδομάδας, ξυπνούσε αξημέρωτα, για να είναι στην ώρα της, στη φάμπρικα. Φτάνει που της είχε ξαφρίσει λίγα χρήματα από το πορτοφόλι της, για να συμπληρώσει την αγορά του εισιτηρίου.

     Όλοι οι δρόμοι εκείνη τη Κυριακή, οδηγούσαν στο μεγάλο στάδιο της πόλης. Από νωρίς, φίλαθλοι και οπαδοί της ομάδας, έτρεχαν να πιάσουν θέση στις κερκίδες. Με το τραίνο έφθαναν οι οπαδοί, της αντίπαλης ομάδας με τις πράσινες σημαίες και οι αστυνομικοί προσπαθούσαν να σχηματίσουν ανθρώπινο τοίχος, για να μην συναντηθούν τα αντίπαλα στρατόπεδα κι αρχίσουν από νωρίς τα παρατράγουδα. Χωριστά βρέθηκαν και μέσα στο στάδιο και άρχισαν τον αγώνα της κερκίδας. Οι σημαίες ανέμιζαν σαν σε μάχη. Οι φωνές, τα συνθήματα, οι φωτοβολίδες, τα καπνογόνα, δημιούργησαν πολεμική ατμόσφαιρα και αποπνικτική. Ο καπνός σκέπασε σημαίες, πρόσωπα και λάβαρα. Οι φωτοβολίδες πέφτοντας στον αγωνιστικό χώρο, έσβηναν η μια πίσω από την άλλη.

      Το παιγνίδι δεν ξεκίνησε στην ώρα του. Οι διαιτητές περίμεναν να απομακρυνθεί ο καπνός, αλλά η άπνοια δεν βοηθούσε. Οι εκκλήσεις από τα μεγάφωνα, για να σταματήσουν  να πετούν καπνογόνα και να σταματήσουν τα υβριστικά συνθήματα, λες και ήταν λάδι στη φωτιά και παραινέσεις για τα χειρότερα. Μόνο όταν κουράστηκαν και ίσως τέλειωναν τα πυρομαχικά, σφύριξε ο διαιτητής την έναρξη του αγώνα.

     Το πρώτο γκολ μπήκε από τους παίχτες με τα πράσινα. Ήταν αντικανονικό κατά την γνώμη  των οπαδών με τα κόκκινα κασκόλ. Έγινε χαλασμός. Η οργή τους ξέσπασε στα πλαστικά καθίσματα και τα εκσφενδόνιζαν όπως και όπου μπορούσαν. Αρκετοί , οι περισσότεροι νέοι και παιδιά, σκαρφάλωσαν στα ψηλά κιγκλιδώματα . Κρεμασμένοι σαν ρόγες από σταφύλι,

επέλεξαν  αυτό τον επικίνδυνο τρόπο, για να εκδηλώσουν την αγανάκτηση  τους, ουρλιάζοντας και βρίζοντας, θεούς και δαίμονες. Πιο ψηλά από  όλους  ο Λάκης. Το πρόσωπο του κατακόκκινο, σαν την σημαία που κρατούσε με το αριστερό του χέρι.

      Λίγα λεπτά πριν τελειώσει το παιγνίδι, ένα άλλο «λάθος» σφύριγμα του διαιτητή σε βάρος των πράσινων αυτή τη φορά, έφερε το παιγνίδι στα ίσια και την λύτρωση στους κόκκινους, που ήταν και οι περισσότεροι, λόγω έδρας.

      Πανηγυρίζοντας ο Λάκης κατρακύλησε από τα έξι μέτρα στο τσιμεντένιο δάπεδο. Κρατούσε ακόμα τη κόκκινη σημαία και από το στόμα του έβγαινε πυκνό σκούρο αίμα .

    Έγραφα σκέψεις ή στίχους σε χαρτί  για να περνώ τις ατέλειωτες ωκεάνιες ώρες των μακρινών μου ταξιδιών. Η φαντασία μου λειψή, δεν  βοηθούσε και το αποτέλεσμα ασήμαντο. Σήμερα όμως,  ένα πραγματικό γεγονός με συγκλόνισε και ήταν δυστυχώς σκληρό, πολύ σκληρό, όπως ο θάνατος. «Σε επεισόδια μεταξύ οπαδών του Παναθηναϊκού και του Ολυμπιακού, μετά από τον μεταξύ τους αγώνα μπάσκετ, τραυματίστηκε θανάσιμα ο Γ.  Καρνέζης ,οπαδός  του Παναθηναϊκού και ηλικίας 25 χρόνων»   Αγγελτήριο θανάτου μεσοπέλαγα, στο δελτίο ενημέρωσης για τους ναυτιλλομένους  του ΥΕΝ, με ημερομηνία 15 Μαίου 1995.

      Η μάνα του Λάκη, δεν βρήκε δύναμη να αρνηθεί και άφησε τους οπαδούς και φίλους του γιού της, να σκεπάσουν το φέρετρο του αδικοχαμένου Λάκη, με την κόκκινη σημαία που κρατούσε πέφτοντας στο στάδιο, που του είχε στήσει καρτέρι ο θάνατος. Με τόσες στερήσεις τον είχε μεγαλώσει και τον έχασε τόσο άδικα. Τον είχε μοναχοπαίδι.

      Δεν ξέρω αν βρέθηκε για να τιμωρηθεί ο ένοχος που στέρησε τη ζωή του Καρνέζη.  Ένα νέο παιδί θα ήταν κι αυτός. Ένας φανατικός οπαδός της άλλης ομάδας. Τυφλός σαν όλους τους φανατικούς, που και στο ποδόσφαιρο, κάποιους φαντάζομαι να εξυπηρετεί.

     Τα νέα στα βαπόρια φθάνουν λειψά. Τέτοια νέα ας μην έφθαναν ποτέ.

 

                                                                                   Νότιος Ατλαντικός

                                                                                        16 Μάη 1995  

Τα καπνιστήρια των πλοίων


     Τα χρόνια εκείνα που για πρώτη φορά μπαρκάρισα, τα πρώτα της Χούντας, ήμουν ένα παιδί αμούστακο ακόμα. Είχα σίγουρο μέλλον στο επάγγελμα που ακολουθούσα, όπως το διαφήμιζαν και στα σπιρτόκουτα ακόμα, οι συνταγματάρχες που κυβερνούσαν. Όταν τέλειωνε η σκληρή δουλειά της μέρας, ένας χώρος υπήρχε για να περάσεις την ώρα σου. Να ξεκουραστείς, να ηρεμήσεις, να πιεις τον καφέ σου, να παίξεις το τάβλι και την πρέφα, αν ήξερες και σου άρεσαν τα χαρτοπαίγνια. Λιγοστά τα βιβλία κι αυτά ταλαιπωρημένα από τα χρόνια. Το μόνο καινούργιο, ήταν το “Πιστεύω” του

Όταν έφυγε ο Μίκης

 

Χίλια μίλια ταξίδευα από τη ποιο αφιλόξενη ακτή και ήταν παραμονή Χριστουγέννων. Στη μέση του Ατλαντικού και ο Ποσειδώνας ήταν στα κέφια του. Κόντρα στο καιρό οι Ναύτες, δούλευαν στα αμπάρια. Στο λιμάνι φόρτωσης έπρεπε να είναι έτοιμα και καθαρά για φόρτωση.

Ο ίσκιος της Χαρουπιάς

 

Ο ίσκιος της χαρουπιάς

 

  Στρίγγλισαν τα λάστιχα του αυτοκινήτου και σταμάτησε σύριζα στο πεζοδρόμιο. Το απότομο φρενάρισμα, ξάφνιασε τους ξένοιαστους τουρίστες, που χάζευαν τις βιτρίνες των τουριστικών καταστημάτων. Όταν συνήλθαν συνέχισαν ανέμελοι να περπατούν στο στενό πεζοδρόμιο. Τα καλάθια με τα λογής-λογής εμπορεύματα, έκαναν ακόμα πιο στενό το πεζοδρόμιο και όλοι ακουμπούσαν ο ένας τον άλλον περπατώντας και χαζεύοντας. Λίγοι ψώνιζαν μικρό-δωράκια και καρτ ποστάλ , ενθύμια της επίσκεψης τους, στο νησί μας. Στο ταχυδρομείο αργότερα , τις έστελναν στους φίλους τους, στις μακρινές  πατρίδες τους, για να τους κάνουν να ζηλέψουν.

Η Μαριγώ κι ο καπετάν Νικόλας

 

       Συχνά διάβαινε τις τελευταίες μέρες, η Μαριγώ, το στενό σοκάκι.  Αυτό που οδηγεί στα λίγα περιβόλια, στην ανατολική πλευρά του χωριού και στο ουζερί «επιστροφή», του μπάρμπα Θάνου, που χρόνια τώρα σερβίρει  τους νόστιμους θαλασσινούς μεζέδες, στους  ξέμπαρκους πελάτες του. Μικρό το χωριό, λιγοστοί οι κάτοικοι και οι περισσότεροι ταξιδεύουν στα πέλαγα του κόσμου.

Η πόρτα με τα μπρούτζινα γράμματα

 

                  

    Το ξαφνικό ροχαλητό του, τρόμαξε το κοπρόσκυλο που του έγλειφε τα παπούτσια και τα μπατζάκια του παντελονιού. Είχε από ώρα  κάνει εμετό από τη σούρα  και αποκαμωμένος, σαν νεκρός ήταν πεσμένος στο πεζοδρόμιο και το μισό του κορμί ήταν στην είσοδο της ερειπωμένης  πολυκατοικίας.

Ταξιδεύοντας με μια παλιά ασπρόμαυρη φωτογραφία.

 

              

     Χάιδεψα τις ρυτίδες στο μέτωπο μου κοιτάζοντας  την ασπρόμαυρη φωτογραφία. Ξεχασμένες μνήμες, ζωντανεύουν. Γεγονότα περασμένα, φρεσκάρονται. Παλιές ιστορίες, ξαναπαίρνουν τη θέση τους, στην ιστορική μας διαδρομή. Μια φωτογραφία λειτουργεί σαν μια παλιά ταινία και μας ταξιδεύει στα περασμένα. Βάζει μπροστά τη μηχανή της μνήμης και ταξιδεύεις ανάποδα, προς το παρελθόν. Ήμουν νέος τότε και πρωτόμπαρκος σε τούτο το καράβι. Πως πέρασαν τα χρόνια και τώρα είμαι συνταξιούχος, «λόγω γήρατος».

Ταξιδεύοντας και δίπλα μας πιρόγες

 

                                           

      Λίγο πριν το μεσημέρι φθάσαμε στις εκβολές του ποταμού Orinoco και τα θολά νερά του, κέρδισαν το μπλε της θάλασσας. Μέρες ταξιδεύαμε από Tuapse, ένα μικρό λιμάνι της Σοβιετικής Ένωσης, τα χρόνια εκείνα, με φορτίο παλιοσίδερα. Μεσόγειος και Ατλαντικός ήταν στα καλά τους και το ταξίδι ήσυχο. Το τσούρμο ήταν χαρούμενο, σαν κάθε φορά που πιάνα με λιμάνι. Το πολύ ήμερο ταξίδι, κουράζει ακόμα και με καλό καιρό. Μόνο ο καπετάνιος ήταν ανήσυχος προσμένοντας τον Πιλότο να φανεί. Πάντα τα ποτάμια κρύβουν δυσκολίες και έχουν τις ιδιαιτερότητες τους. Έχουν στενέματα, ρεύματα και αβαθή συχνά αχαρτογράφητα. Ο Πιλότος ταξιδεύει το καράβι στο ποτάμι και ο καπετάνιος έχει την ευθύνη.

Όνειρο ήταν και πνίγηκε

 

                                                   Όνειρο ήταν και πνίγηκε 

 

    Ήταν ακριβώς έτσι, όπως ακριβώς το έχτιζα στις απόκρυφες σκέψεις μου,  το σπίτι που διάλεξα για τα γεράματα μου. Έτσι το ονειρευόμουν  όταν νέος εύρισκα το κουράγιο να ελπίζω και να ονειρεύομαι. Μετρημένες οι διαστάσεις  του, ίσα -ίσα να χωρούν μόνο τα απαραίτητα και τα ξεβαμμένα όνειρα μου. Ένα γραφείο, μια καρέκλα και η βιβλιοθήκη. Ένα παράθυρο που κοίταζε το πέλαγο και καλωσόριζε κάθε πρωί τον ήλιο κι ένα μικρότερο στα Νότια, που έβλεπε την κοντινή βουνοπλαγιά. Τους τοίχους στόλιζαν φωτογραφίες αγαπημένων ποιητών, του Ρίτσου, του Ελύτη, του Καβάφη, του Παλαμά και ένα αντίγραφο χαρακτικό του Τάσσου και του Πικάσο η Γκουέρνικα.

Προσοχή! Τα όνειρα μπορεί να γίνουν πράξη.

 

Από παιδί μου άρεσε να ταξιδεύω και να ονειρεύομαι. Στον ύπνο και στο ξύπνιο μου συχνά. Τις μέρες του καλοκαιριού αρμένιζα τις θάλασσες του κόσμου με ένα καράβι αυτοσχέδιο, που  αρμάτωσα με νεροκολοκύθα, που έκλεψα από το κήπο της Μάνας μου. Την έκοψα με προσοχή στη μέση και σαν μάστορας παλιός, που τη ζωή του είχε φάει σε Συριανό  καρνάγιο, την σκάρωσα για να αντέχει στις φουρτούνες που θα συναντούσα στα ταξίδια μου.

Ναυάγιο


Αγριεμένος ο Ειρηνικός και οι κυκλώνες είναι στο φόρτε τους. Δεν προλαβαίνει να περάσει ο ένας και ακολουθεί ο επόμενος. Ταξιδεύαμε από Αργεντινή με προορισμό την Ιαπωνία. Πρώτο λιμάνι φόρτωσης ήταν το Rosario και κομπλετάραμε στην Bahia Bl;anca.Το φορτίο καλαμπόκι, ως συνήθως. Καλά είχαμε περάσει στα “φιλόξενα” λιμάνια και ήρθε η ώρα να πληρώσουμε τις “αμαρτίες” που είχαμε κάνει. Ο χειμωνιάτικος καιρός στην Αργεντίνα καθυστέρησε τη φόρτωση και άδειασε τις τσέπες μας. Περάσαμε τα στενά του Μαγγελάνου. Ένα πέρασμα όμορφο, σαν έχεις πλοηγό που γνωρίζει τις κακοτοπιές του. Λίγο πριν ανοιχτούμε στον απέραντο ωκεανό, ο πλοηγός μας ευχήθηκε καλό ταξίδι και ικανοποιημένος από τα δώρα του καπετάνιου, τον συμβούλεψε να προσέχει, γιατί δεν είναι καλή εποχή για αυτό το ταξίδι. Μη λυπηθείς μίλια του είπε. Συνέχισε βόρεια, παράλληλα με τις ακτές της Χιλής κι όταν ψηλώσεις, τότε να τραβήξεις για τον προορισμό σου.



Οι μυγδαλιές θα ανθίσουνε ξανά.

                                      

      Η άνοιξη με τις ανθισμένες μυγδαλιές,  ήταν η εποχή που μου άρεσε κι είχε πολλές ο τόπος που γεννήθηκα. Μοσχοβολούσε η Άνοιξη. Δεν λέω και οι άλλες εποχές, είχαν τις δικές τους χάρες και ομορφιές. Ο χειμώνας με τις χιονισμένες νύχτες και το καλοκαίρι, με τα στάχια να κυματίζουν σαν χρυσαφένια κύματα στο κάμπο. Το φθινόπωρο με τα πλατανόφυλλα να ταξιδεύουν σαν μικρές βαρκούλες με το ρέμα του ποταμού, μέρες και με την ελπίδα, να φθάσουν στο πέλαγος της Αδριατικής. Όλα ήταν σαν μια πινελιά στον όμορφο πίνακα που ζωγράφιζε ο τόπος και ο χρόνος.

Ο κόσμος είναι μια σταλιά

       « Entrare prego». Ακούσθηκε μια γυναικεία φωνή, συγχρόνως με τον ήχο του κουδουνιού , σαν  χτύπησα τη πόρτα εισόδου, στο Προξενικό Λιμεναρχείο στη Τεργέστη.  Μια ηλικιωμένη κυρία καθόταν σ’ ένα γραφείο και μιλούσε στο τηλέφωνο.  Ανταπέδωσε την καλημέρα μου στα Ελληνικά και με ρώτησε από πιο πλοίο ερχόμουν.  «Έχεις φέρει όλα τα απαραίτητα έγγραφα?», με ρώτησε αφού πρώτα ζήτησε «mezzo minute scusa”, από τον συνομιλητή της.

Ιωάννης Βερίγος ή Βεργογιάννης

 

      « Γεια σου και πάλι γεια σου»!

     Ο ίδιος χαιρετισμός  κάθε φορά που τον συναντούσα. Ίδια και η σεβαστή του μορφή,  σαν μια Αγιογραφία, από τότε που ήμουν παιδί και τον γνώρισα. Γέρασε νέος και έμεινε γέρος, μέχρι στα ύστερα του.  Πάντα φορούσε το μαύρο του σαρίκι και τα άσπρα γένια, του έκρυβαν τις βαθιές ρυτίδες  στο πρόσωπο. Λιγομίλητος και πάντα σοβαρός. Κάπνιζε τα σέρτικα τσιγάρα, τα δίχως  φίλτρο και στο ποτήρι της ρακής, έπνιγε τα περασμένα, που τον βασάνιζαν πολύ.

Όνειρο πελαγίσσιο

  Βρεθήκαμε στο παλιό ενετικό λιμάνι του Μεγάλου Κάστρου, στο δρόμο με τους παλιούς ταρσανάδες, το τελευταίο Σαββατόβραδο του Οκτώβρη. Πιασ...