Όνειρο εαρινής νυχτός

Σαν τα πανιά ε-σκίστηκαν, τα όνειρα ένα βράδυ
και το καραβοφάναρο, χάθηκε μες στο πούσι
Παιδί τα κένταγε κρυφά, να μην έχουν ψεγάδι,
σαν καπετάνιος νοερά ε- χάιδευε το μούσι.
Τα όνειρα του τρύπησαν, σαν να ‘πεσε σε ξέρα
και Ναύτης ε-μπαρκάρισε, σε πειρατών γαλέρα.
Τώρα ο Ναύτης δεν μπορεί, άρμενα ν’ αρματώσει,
ούτε τα τρύπια όνειρα, μπορεί να τα μπαλώσει.
Στη Μαριγώ τη βάρκα του, κάνει το καπετάνιο,
να ξεγελάσει τ’ όνειρο, την πήρε μ’ ένα δάνειο.
Στη κουπαστή στέκει σκυφτός, τίποτα δεν ορίζει,
ούτε να κρύψει δεν μπορεί, το μάτι που δακρύζει.
Ας ταξιδέψουν ήρεμα, στων βαποριών τις ρότες,
τα όνειρα που χάθηκαν κι ας ήτανε  προδότες.
Ας είναι καλοτάξιδα κι αλλού ας βρουν λιμάνι,
ο Ναύτης πνίγει το καημό, στης πίπας το ντουμάνι..


                                27 Ιούνη 2017

Durban

Durban, λιμάνι στη Νότια Αφρική. Εμπορικό αλλά και τουριστικό. Τα κύματα του ωκεανού που φθάνουν στις ακτές του, είναι πόλος έλξις για σέρφινγκ.Μετά το απαρτχάιντ, οι αυτόχθονες Ζουλού, κυκλοφορούν στους δρόμους των λευκών κατακτητών. Φολκλορικά ντυμένοι, θυμίζουν περασμένες εποχές.

Ελπίδα

Ελπίδα,πρωινό του ήλιου φως,
στήριγμα της ζωής και των ονείρων.
Οι άνθρωποι χωρίς εσένα πως,
θα εύρισκαν το δρόμο,των Κυθήρων?

                                    
                                    Kashima-Japan

                                    Σεπτέμβρης ‘90

Ωκεάνιο ταξίδι

Αφήσαμε στη πρύμη μας τον κάβο Espartel-o
και του Μαρόκου τις ακτές.
Ταξίδι στον Ατλαντικό μ’ ένα πλωτό μπουρδέλο
κι η ρότα είναι  δυτική, στον μπούσουλα από χθeς.

Μέρες πολλές ,του ωκεανού, τα μίλια θα μετρώ,
πάνω σε plotting λευκά και άχαρα πολύ.
Τις νύχτες τις ανέφελες, με τ’ άστρα θα μιλώ
και τη γραμμή του ορίζοντα, θα βλέπω τη θολή.

Στις βάρδιες τις νυκτερινές, θα βγαίνω στο φτερό
και στο σκοτάδι οι σκέψεις μου, χάνδρες στο κομπολόι,
θα ταξιδεύουν στα τυφλά με κόντρα τον καιρό.

Στη μοναξιά του ωκεανού, ο Ναύτης λυπημένος,
γιατί κι αν γλάρο κάποιον ‘ δει,
θα ‘ναι κι αυτός χαμένος.

Δεν θα προσμένω ούτε στιγμή, γοργόνες ν’ ανταμώσω,
μες τα χρωματιστά νερά, της άγιας αμφιλύκης,
το τρύπιο μου το όνειρο ‘πιδέξια θα μπαλώσω,
με την πλεξούδα την ξανθιά της όμορφης Βερενίκης.



                                              22 Απρίλη 2005

                                            Αγκόλα(Κuito terminal)

Η φωτογραφία είναι από το Girassol Terminal

Απόμαχοι της Θάλασσας

Πίνω το ούζο σε παλιό καφενεδάκι
κι όλοι θαμώνες είναι γέροι Ναυτικοί.
Μικρό και στρογγυλό το τραπεζάκι
κι η ψάθινη καρέκλα, βολική.

Ακτογραμμές στα πρόσωπα τους οι ρυτίδες
κι το χαμόγελο θλιμμένο, έχουν  στα χείλη.
Αναπολούν ταξίδια και πατρίδες
κι αγάπες που τους κούναγαν μαντήλι.

Η Σύνταξη μικρή και δεν τους φθάνει
και βλέπουν όνειρα θολά και  ζαλισμένα.
Λιμάνι το καράβι τους δεν πιάνει,
παλιά ‘ναι τα πανιά τους και σχισμένα.

Πούσι πυκνό, του ούζου η σπιρτάδα,
με δίχως στίγμα έμειναν για μέρες.
Απόψε κυβερνά η σοροκάδα
και ναυαγούς τους έριξε σε ξέρες.

Τα τρύπια όνειρα μπαλώνουν μ’ αναμνήσεις,
που στα ταξίδια μάζεψαν σωρό.
Όπου κι αν πας, πίσω στο τέλος θα γυρίσεις,
αν δεν πηγαίνεις κόντρα, στο καιρό.

Τα όνειρα τους δεν τα χώραγε ο χάρτης,
σαν ήταν νέοι κι είχαν ολάνοιχτα φτερά.
Γέρος ο ένας τώρα πια κι άλλος σακάτης,
λύνουν τους κάβους και σαλπάρουν νοερά.

Όλοι μαζί στο καφενέ,
Ναύτες, Μηχανικοί και Καπετάνιοι,
τα ούζα πίνουν ρεφενέ
στο τελευταίο τους λιμάνι.



                               Ατλαντικός 06 Απρίλη 2008

Το πρώτο και το τελευταίο μπάρκο


Δυο βαπόρια - Μια ιστορία
Πρωτόμπαρκος, στο M/V Doris το 1969.
Μικρό και παλιό φορτηγό, σαν τα περισσότερα, της εποχής εκείνης. Γνώρισα πολλά λιμάνια και
τις δυσκολίες της θάλασσας, ταξιδεύοντας μαζί του. Ήμουν νέος και στα λιμάνια ξεχνούσα τα δύσκολα.

Ταξιδεύοντας στο Βόσπορο


Βόσπορος ή İstanbul Boğazı .
Την ομορφιά το όνομα, ποτέ δεν την αλλάζει.



Η μάχη των αισθήσεων

Έκλεισα τα μάτια και σ’ ονειρεύτηκα,
σαν μια κόκκινη,τεθλασμένη φωτογραμμή.
Σαν αστραπή.
Σαν πύρινη γλώσσα,
που σβήνει και χάνεται,
βαθιά μεσ’ τη καρδιά μου.
Μέστωσαν των βυζιών σου οι ρώγες
και τρύπησαν ,
το καλοκαιρινό φόρεμα της νύχτας,
την ώρα που ανέτειλαν δυο άστρα,
τα μάτια σου.
Στο αμυδρό τους φως,
κράτησα τρυφερά το χέρι σου
και η αφή κέρδισε,
στη μάχη των αισθήσεων.
Με της καρδιάς μου τους χτύπους,
ο Έρωτας χειροκρότησε τη Νίκη.
Ο Χρόνος, με χρυσοκλωστές
και με δαφνόφυλλα,
έκλεισε τις πληγές στο τρύπιο φόρεμα,
λίγο πριν ο ήλιος ανατείλει.
Με μια πιρόγα,
κόντρα στο ρεύμα ταξιδεύω.
Μοναχικός και ξεχασμένος ναυαγός,
μεσ’ τα θολά νερά των παραισθήσεων.
Μαντήλι σου κουνώ
και ονειρεύομαι.

                            Νότιος Ατλαντικός

                              13 Γενάρη ‘96

Η στέρηση του Ναύτη

  Στα πέλαγα τον ναυτικό, δεν τον ‘ναι πιάνει ζάλη, μα της γυναίκας η στέρηση, του ‘ναι πολύ μεγάλη. Κοιμάται κι ονειρεύεται, ξυ...