Πελαγίσιες Μαντινάδες

 

           

Βρίσκομαι μεσοπέλαγα και μόνος ντουχιουντίζω,

όλα αυτά που έχασα, στο κόσμο που γυρίζω.

 

Ακούω μόνος κοντυλιές και κρυφοφτερουγίζω,

βάζω στη σκέψη μου φτερά και στο νησί γυρίζω.

 

Όταν ακούω κοντυλιές στο ωκεανού τη μέση,

τον καπετάνιο δεν γροικώ, φορώ στραβά το φέσι.

 

Δεν παίρνω τότε απ’ όρντινα, ούτε ακλουθώ το κύμα,

χρόνια πολλά μου έφαγες θάλασσα κι είναι κρίμα.

 

Οι κοντυλιές, της φυλακής  την πόρτα μου ανοίγουν

κι οι πόθοι μου, με τα’ όνειρο στο πέταγμα μου σμίγουν.

 

Ο μερακλής ο άνθρωπος σαν το δαδί ανάβει,

με κοντυλιές ξεχνά καημούς, βάσανα και καράβι.

 

Πώς να χωρέσει ο Κρητικός, μέσα σ’ ένα βαπόρι,

που θέλει κάμπους να διαβεί και να πετά στα όρη.

 

Φουντάρω απ’ τη κουπαστή, θάλασσα διασκελίζω,

δεν κολυμπώ, μόνο πετώ, χορεύω και σφυρίζω.

 

Δεν είμαι γλάρος ν’ ακλουθώ το κύμα κι όπου φθάσω,

με κοντυλιές πετώ ψηλά, του αετού να μοιάσω.

 

                                          Ειρηνικός ,Ιούλης 2005.

Προσοχή! Τα όνειρα μπορεί να γίνουν πράξη.

 

Από παιδί μου άρεσε να ταξιδεύω και να ονειρεύομαι. Στον ύπνο και στο ξύπνιο μου συχνά. Τις μέρες του καλοκαιριού αρμένιζα τις θάλασσες του κόσμου με ένα καράβι αυτοσχέδιο, που  αρμάτωσα με νεροκολοκύθα, που έκλεψα από το κήπο της Μάνας μου. Την έκοψα με προσοχή στη μέση και σαν μάστορας παλιός, που τη ζωή του είχε φάει σε Συριανό  καρνάγιο, την σκάρωσα για να αντέχει στις φουρτούνες που θα συναντούσα στα ταξίδια μου.

Ναυάγιο


Αγριεμένος ο Ειρηνικός και οι κυκλώνες είναι στο φόρτε τους. Δεν προλαβαίνει να περάσει ο ένας και ακολουθεί ο επόμενος. Ταξιδεύαμε από Αργεντινή με προορισμό την Ιαπωνία. Πρώτο λιμάνι φόρτωσης ήταν το Rosario και κομπλετάραμε στην Bahia Bl;anca.Το φορτίο καλαμπόκι, ως συνήθως. Καλά είχαμε περάσει στα “φιλόξενα” λιμάνια και ήρθε η ώρα να πληρώσουμε τις “αμαρτίες” που είχαμε κάνει. Ο χειμωνιάτικος καιρός στην Αργεντίνα καθυστέρησε τη φόρτωση και άδειασε τις τσέπες μας. Περάσαμε τα στενά του Μαγγελάνου. Ένα πέρασμα όμορφο, σαν έχεις πλοηγό που γνωρίζει τις κακοτοπιές του. Λίγο πριν ανοιχτούμε στον απέραντο ωκεανό, ο πλοηγός μας ευχήθηκε καλό ταξίδι και ικανοποιημένος από τα δώρα του καπετάνιου, τον συμβούλεψε να προσέχει, γιατί δεν είναι καλή εποχή για αυτό το ταξίδι. Μη λυπηθείς μίλια του είπε. Συνέχισε βόρεια, παράλληλα με τις ακτές της Χιλής κι όταν ψηλώσεις, τότε να τραβήξεις για τον προορισμό σου.



Θαλασσινοί Απόμαχοι

                                                  

Πίνω το ούζο σε παλιό καφενεδάκι

κι όλοι θαμώνες είναι γέροι Ναυτικοί.

Μικρό και στρογγυλό το τραπεζάκι

κι η ψάθινη καρέκλα, βολική.

 

Ακτογραμμές στα πρόσωπα τους οι ρυτίδες

κι το χαμόγελο θλιμμένο, έχουν  στα χείλη.

Αναπολούν ταξίδια και πατρίδες

κι αγάπες που τους κούναγαν μαντήλι.

 

Η Σύνταξη μικρή και δεν τους φθάνει

και βλέπουν όνειρα θολά και  ζαλισμένα.

Λιμάνι το καράβι τους δεν πιάνει,

παλιά ‘ναι τα πανιά τους και σχισμένα.

 

Πούσι πυκνό, του ούζου η σπιρτάδα,

με δίχως στίγμα έμειναν για μέρες.

Απόψε κυβερνά η σοροκάδα

και ναυαγούς τους έριξε σε ξέρες.

 

Τα τρύπια όνειρα μπαλώνουν μ’ αναμνήσεις,

που στα ταξίδια μάζεψαν σωρό.

Όπου κι αν πας, πίσω στο τέλος θα γυρίσεις,

αν δεν πηγαίνεις κόντρα, στο καιρό.

 

Τα όνειρα τους δεν τα χώραγε ο χάρτης,

σαν ήταν νέοι κι είχαν ολάνοιχτα φτερά.

Γέρος ο ένας τώρα πια κι άλλος σακάτης,

λύνουν τους κάβους και σαλπάρουν νοερά.

 

Όλοι μαζί στο καφενέ,

Ναύτες, Μηχανικοί και Καπετάνιοι,

τα ούζα πίνουν ρεφενέ

στο τελευταίο τους λιμάνι.

 

 

                               Ατλαντικός 06 Απρίλη 2008 

Οι μυγδαλιές θα ανθίσουνε ξανά.

                                      

      Η άνοιξη με τις ανθισμένες μυγδαλιές,  ήταν η εποχή που μου άρεσε κι είχε πολλές ο τόπος που γεννήθηκα. Μοσχοβολούσε η Άνοιξη. Δεν λέω και οι άλλες εποχές, είχαν τις δικές τους χάρες και ομορφιές. Ο χειμώνας με τις χιονισμένες νύχτες και το καλοκαίρι, με τα στάχια να κυματίζουν σαν χρυσαφένια κύματα στο κάμπο. Το φθινόπωρο με τα πλατανόφυλλα να ταξιδεύουν σαν μικρές βαρκούλες με το ρέμα του ποταμού, μέρες και με την ελπίδα, να φθάσουν στο πέλαγος της Αδριατικής. Όλα ήταν σαν μια πινελιά στον όμορφο πίνακα που ζωγράφιζε ο τόπος και ο χρόνος.

Ο κόσμος είναι μια σταλιά

       « Entrare prego». Ακούσθηκε μια γυναικεία φωνή, συγχρόνως με τον ήχο του κουδουνιού , σαν  χτύπησα τη πόρτα εισόδου, στο Προξενικό Λιμεναρχείο στη Τεργέστη.  Μια ηλικιωμένη κυρία καθόταν σ’ ένα γραφείο και μιλούσε στο τηλέφωνο.  Ανταπέδωσε την καλημέρα μου στα Ελληνικά και με ρώτησε από πιο πλοίο ερχόμουν.  «Έχεις φέρει όλα τα απαραίτητα έγγραφα?», με ρώτησε αφού πρώτα ζήτησε «mezzo minute scusa”, από τον συνομιλητή της.

Στου φεγγαριού τη ρότα