Παλιός Εξάντας

Ετικέτες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κοινωνικοπολιτικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κοινωνικοπολιτικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Μέρωμα

 

                     Μέρωμα

 

Απάνω σε ψηλό βουνό, σε ριζιμιό χαράκι,

λιαζόταν ένας αετός, μαζί μ’ ένα γεράκι.

 

Φιλιώσαν τ’ άγρια πουλιά και σιγοκουβεντιάζουν,

χαίρονται όλα τα όμορφα, του κόσμου που κοιτάζουν.

 

Κι άλλα πουλιά, μικρά πουλιά ολόγυρα πετούνε,

και παίζουνε χαρούμενα και γλυκοκελαηδούνε.

 

Χτίζουν φωλιές, γεννούν πουλιά και ζούνε μες στη φύση,

για τα καλά και τα κακά,  η αγάπη, θα βρει λύση.

 

Ζευγάρωσε[A1]  ο αετός  μ' όμορφη γερακίνα,

και αετογερακόπουλα θα ρθουν τον άλλο μήνα.

 

Απάνω στο ψηλό βουνό και στου γκρεμού το φρύδι,

ζευγάρωσαν τα δυο πουλιά και μέρωσε το φίδι.

 

Τα καμαρώνει ο βοσκός και λέει στο βοσκάκι,

φέρε το τσούκο με κρασί, τυρί απ' το δισάκι.

 

Να πιούμε να σουρώσουμε, μήπως φτερά μας βγούνε,

στις πλάτες και στον ουρανό, με τα πουλιά να ζούμε.

 

“Φτερά εμείς οι άνθρωποι, δεν βγάζουμε πατέρα”,

για να μερώσουμε κι εμείς, θα παίξω τη φλογέρα.

 

Για τα πουλιά θα τραγουδώ,  θα λέω μαντινάδες,

μπας και μερώσουν οι άνθρωποι, που  κάνουμε καυγάδες.

 

                                                         26/ Μάη 2022


 [A1]

Άτιτλο 26

 

                          Άτιτλο 26

 

Μ’ άρεσε και γυρνούσα στα παλαιοπωλεία

και με τους παλαιοπώλες, είχα συνομιλία.

Δεν έχασα, ούτε έψαχνα κάτι παλιό να βρω,

τα τωρινά ξεχνούσα, μες στον παλιό καιρό.

Στα μικρά παλαιοπωλεία, περασμένες εποχές,

ξεχασμένες ιστορίες, ξεφτισμένες ενοχές.

Σκονισμένα τα βιβλία και του Κάλβου οι ωδές,

μια λατέρνα στη γωνία, με ξεκούρδιστες χορδές.

Στα μικρά παλαιοπωλεία, γυροφέρνει η ιστορία,

λυπημένη και ρωτάει, γιατί τόση αδιαφορία?.

Ο φωνόγραφος δεν παίζει κι όλα γύρω σιωπηλά,

μια θαμπή φωτογραφία, σ’ άλλη γλώσσα σου μιλά.

Νοιώθω ξένος, δεν θυμάμαι, μα που είμαι τελικά?.

Ξεχασμένες ιστορίες είναι αυτά τα υλικά.

 

                                                    21 Οκτώβρη 2000.

Άτιτλο 15

 

              Άτιτλο 15

 

             Άδικα ψάχνετε….

             Δεν θα βρείτε,

             το Εγώ στη Ποίηση,

             ούτε το μίσος,

             στις καρδιές των παιδιών.

 

 

                                                 9 Αυγούστου 2000

Ένας απόμαχος της θάλασσας μονολογεί

 

Από μικρός ταξίδευα, στις θάλασσες του κόσμου,

για να σου πω πως πέρασα, λιγάκι χρόνο δόσμου.

Πολλές πατρίδες γνώρισα, μα τη δικιά μου όχι,

λίμνες, ποτάμια και λιμάνια ξωτικά.

Τα όνειρα μου έμειναν, νεκρά στη τεφροδόχη,

που σκόρπισε ο άνεμος σαν τα αερικά.

Τα όνειρα που έπλεκα, οργιά με την οργιά

και στων κυκλώνων την οργή, τα ‘χα παρηγοριά.

Χρόνια σαράντα πρόσμενα, στη σύνταξη να φθάσω,

παλεύοντας με κύματα και με τον Ποσειδώνα

κι ήλπιζα πως τις στέρησες , σαν γέρος θα ξεχάσω,

μα ότι ποθούσα έσβησε ωσάν τα καπνογόνα.

Μια βάρκα στα γεράματα, ήθελα να αποκτήσω,

χωρίς κοντράτα κι όρντινα το Αιγαίο να γυρίσω.

Στο Ιόνιο και Κρητικό, μόνος μου να σαλπάρω,

και συντροφιά στα πέλαγα, να έχω φίλο γλάρο.

Την Αμοργό, τα Κύθηρα, τη Τζια και Θηρεσία,

Σέριφο, Σάμο, Σίκινο, Τήνο και Ικαρία,

στους χάρτες των ονείρων μου, ε-χάραζα τις ρότες,

μα κυβερνήτες κάνανε και τα όνειρα προδότες.

Στη Ζάκυνθο, στη Κέρκυρα, Λευκάδα και Ιθάκη,

δεν θα βρεθώ γιατί έσπασαν, του ονείρου μου το διάκι.

Τη σύνταξη μου κλέψανε και τ’ όνειρο εχάθη,

σαν ναυαγός συνάδελφος, με στο βυθού τα βάθη.

“Καιρός φέρνει τα λάχανα, καιρός τα παραπούλια”,

πάει ο καιρός που παίζατε στη πλάτη μου νταούλια.

Τώρα σηκώνω φλάμπουρο, στο νου μου το κατάρτι,

κι άλλη πορεία χάραξα, στου δίκιου μου το χάρτη.

Στις εκλογές το όνειρο, εκδίκηση θα πάρει.

Εσάς που το σκοτώσατε, σας πήρα πια χαμπάρι.



Μάης 2023




Αγανάκτηση

 

Η αγανάκτηση δεν αρκεί στον εικοστό πρώτο αιώνα


Οι αγρότες παλεύουν για να μείνουν στα χωράφια τους.

Οι εργάτες της ΛΑΡΚΟ αγωνίζονται για να μένουν στα σπίτια τους.

Οι εργάτες στα πετρέλαια Καβάλας απεργούν για να συνεχίζουν να δουλεύουν.

Οι εργάτες στο λιμάνι του Πειραιά δεν σκύβουν το κεφάλι.

Όλοι μας, πριν ανοίξουμε το λογαριασμό της ΔΕΗ, φροντίζουμε να έχουμε μαζί μας υπογλώσσιο.

Όλοι μας , γυρνάμε με άδειο το καλάθι από τα Σούπερ μάρκετ.

Όλοι μας, έχουμε χάσει το χαμόγελο και κρύβουμε το πόνο μας.

Όλοι μας, καιγόμαστε από μαγκάλια ή ξεπαγιάζουμε από το κρύο.

Όλοι μας, αγανακτούμε και κρύβουμε την αγανάκτηση κι από τα παιδιά μας.

Οι τηλεοράσεις, μας ταξιδεύουν σε ψεύτικους κόσμους.

Οι τηλεοράσεις, κάνουν καλά τη δουλειά τους.

Οι τηλεοράσεις, έχουν αφεντικά.

Οι τηλεοράσεις, κυβερνούν τις σκέψεις μας.

Η “ενημέρωση” τους , μας κρύβει την αλήθεια.

Στο πόλεμο εμείς σκοτωνόμαστε.

Στο πόλεμο άλλοι κερδίζουν.

Η ζωή μας, στροβιλίζεται σαν βρεγμένο πανί στη τραμουντάνα.

Η ζωή μας, εξαρτάται από τους άρχοντες.

Η ζωή μας, δεν είναι ζωή.

Έχουμε υποχρέωση να ζήσουμε.

Έχουμε καθήκον να παλέψουμε.

Έχουμε παιδιά να θρέψουμε.

Έχουμε μέλλον σ’ αυτή τη γη.

Έχουμε λόγους να ξυπνήσουμε.

Μπορούμε ρε! Μπορούμε αν πιστέψουμε στη δύναμη μας.

Μπορούμε ρε! Μπορούμε να φέρουμε τον κόσμο τούμπα.

Μπορούμε ρε! Να ακούσουμε τις φωνές των αγροτών, των εργατών.

Μπορούμε ρε! Να ακούσουμε τη φωνή μας.

Μπορούμε να σταθούμε όρθιοι και να κοιτάξουμε τον ήλιο κατάματα.

Ο ήλιος είναι δικός μας.

Η γη είναι δική μας.

Η θάλασσα είναι δική μας.

Ο ουρανός είναι δικός μας.

Το δίκιο είναι δικό μας.

Εμείς οργώνουμε.

Εμείς κτίζουμε.

Εμείς ανακαλύπτουμε.

Εμείς γράφουμε ποιήματα.

Εμείς τραγουδάμε.

Εμείς μπορούμε, να διαφεντεύουμε τη ζωή μας.

Το μέλλον μας, απαιτεί εκδίκηση !

11/ 10/2022

Δύναμη των γραμμάτων


Το κακό δεν έχει πάτο ,κι ούτε το καλό κορφή!

Ανταμώσαν ένα βράδυ, σ’ ενός δρόμου τη στροφή.

Το κακό φορούσε μάσκα και γελούσε ειρωνικά.

Το καλό κοιτούσε τ’ άστρα, φιλικά κι ερωτικά.


Το κακό δεν έχει πάτο ,κι ούτε το καλό κορφή!

Το καλό είναι τραγούδι κι είναι το κακό καρφί.

Το κακό κρατά μαχαίρι, το καλό ένα βιολί,

το καλό κερνάει μέλι, το κακό κερνά χολή.


Το κακό δεν έχει πάτο ,κι ούτε το καλό κορφή!

Ένα γράμμα, αν αλλάξεις, τους αλλάζεις τη μορφή.

Ένα κάπα και ένα λάμδα, κάνουνε τη διαφορά,

ας διαλέξουμε το λάμδα, έστω τούτη τη φορά!



Παιδικό κάλεσμα

 

 

Έλα φίλε μου κι εσύ, έλα στο πανηγύρι,

τράβα μικρή μας φίλη και σύρε το χορό.

Όλα του κόσμου τα παιδιά, ας γίνουμε η γύρη

και στους μεγάλους να δώσουμε, το μέλι μας σωρό.

 

Με τις μικρούλες μας καρδιές και τα μικρά μας χέρια,

τον κόσμο να γεμίσουμε, κάτασπρα περιστέρια.

Πάρτε μπογιές πολύχρωμες, αρχίστε τα τραγούδια,

μαζί να ζωγραφίσουμε, της Ειρήνης μας λουλούδια.

 

Εμείς που είμαστε το Μέλλον στη Γη,

την Ειρήνη θέλουμε να μας οδηγεί.

Ο δικός μας κόσμος, όλους μας χωρεί,

όλοι αδελφωμένοι και ποτέ εχθροί.

 

Ελάτε στην παρέα μας και σεις οι πιο μεγάλοι,

για την Κυρά Ειρήνη μας, να πλέξουμε στεφάνι.

Ελάτε στο γαϊτάνι μας, που όλο μεγαλώνει

και σαν το δει ο πόλεμος, θα σκάσει σαν μπαλόνι.

.

                                 Στις κόρες μου

                          Ατλαντικός  31Ιούλη ‘90

Ταξιδευτής Νους

 

Ωσάν τον ανεμόμυλο ο νους μου όλο γυρίζει,

οκτώ πανιά του άπλωσα κι ανέμελα σφυρίζει.

Με το μελτέμι που φυσά, ο νους μου ταξιδεύει,

της λογικής τα σύνορα, σπάει και δραπετεύει.

Απ΄ της Μαδάρας τη κορφή, σαλτάρει στη Σελένα

και γίνονται με μια βουτιά ο νους και κύμα, ένα.

Χορεύει στις ψηλές κορφές, των άγριων κυμάτων,

κι αναπολεί τις ομορφιές των περασμένων νιάτων.

Θυμάται που ταξίδευε, σ' Ανατολή και Δύση,

κι όλες του κόσμου τις χαρές, ποθούσε να θερίσει.

Την μια στη Κίνα έφτανε, την άλλη στη Βαγδάτη,

σύνορα δεν υπήρχανε, στο νου μου τον Αντάρτη.

Χόρευε με τα κύματα, μες στον ωκεανό,

αλλά ποθούσε πάντοτε, αέρα στεριανό.

Πετούσε και στον ουρανό, συντρόφους είχε τ' άστρα

και χαιρετούσε αγωνιστές, που γκρέμιζαν τα κάστρα.

Τον ήλιο τον κοσμογυρευτή ρωτούσε για να μάθει.

γατί ο ανθρώπινος ο νους κάνει περίσσια λάθη?

Γιατί λιγόστεψε η χαρά κι αυξήθηκε το δάκρυ?

Πες μου εσύ, που είσαι Φως, γιατί δεν βρίσκω άκρη.

“Για τα κακά που γίνονται, ο νους τ' ανθρώπου φταίει

έχεις κι εσύ το μερδικό αφού έχεις νου”, μου λέει.

“Όλες τις ομορφιές της γης ο νους τις λιγοστεύει

γιατί το δίκιο χάνεται και τ' άδικο θεριεύει.

Ο νους αρχίζει πόλεμους, ο νους τα δάση κάβει,

κι αφού σκορπίσει θάνατο, ένα κερί ανάβει.

Ο νους άμα ε-δούλευε για το καλό του κόσμου,

δεν θα λιγόστευε η χαρά κι οι μυρωδιές του δυόσμου.

Βάλτε το νου σας στο σωστό, το δρόμο να δουλέψει,

γιατί η Φύση στ' άδικο, δεν θα σας προστατέψει”.

Μετά από αυτή τη συμβουλή, μου έκλεισε το μάτι,

ο Ήλιος ο ταξιδευτής και μ' άφησε αμανάτι.

Βρε νου μου, τι το ήθελες στον ουρανό να φθάσεις,

και με τις ερωτήσεις σου, την ξενοιασιά να χάσεις?

Μάζεψε τώρα τα πανιά κι ο μύλος θα γυρίσει,

όταν ο νους με σύνεση, τον νιο κόσμο θα κτίσει.

Φωνή Βολιβίας

 

Μια νύχτα που ταξίδευα ανοιχτά απ’ την Αρίκα,

άκουσα μια παράξενη, γεροντική φωνή.

Γλώσσα μιλούσε άγνωστη που έμοιαζε των Ίνκα,

και για να ακούω θα έκανε, τα χέρια του χωνί.

Ταξιδευτή τη γλώσσα μου, δεν την καταλαβαίνεις,

μα κάνε λίγη υπομονή κι όλα θα στα εξηγήσω.

Θα σου κρατάω συντροφιά, στη costa που διαβαίνεις,

τα βάσανα που πέρασα θέλω να μολογήσω.

Τους πρόγονους μου λέγανε κάποτε Αίμάρα

και ζούσαν ήσυχη ζωή, πριν τους κατακτητές.

Δεν ξέρω γιατί οι Θεοί, τους δώσανε κατάρα,

και τους εσκλάβωσαν παλιά, των Ίνκας μαχητές.

Αυτούς μετά ακολούθησαν Ισπανοί κονκισταδόροι,

κι ύστερα πόλεμοι πολλοί, με όλους τους γειτόνους.

Τη θάλασσα μας χάσαμε και μείναμε στα όρη,

μα ακόμα κι ως το σήμερα, τιμάμε τους προγόνους.

Ναύτη που με υπομονή, μ’ άκουγες τόση ώρα,

στη Βολιβία σε καλώ κι ότι έχω θα σου δώσω.

Τον Τσε κι αν τον σκοτώσαμε, σε τούτη εδώ τη χώρα,

μα όρκο σου δίνω, τον φονιά, εγώ θα τον σκοτώσω.

…………………………………………………………………………

 

Το χέρι μου στον ουρανό, θέλω να ακουμπήσω,

από κορφή των Άνδεων, τη Φύση να φιλήσω.

Κι αν δεν έρθω στη Χώρα σου, η μουσική με φέρνει

κι η φαντασία βοηθά, που όλο θαλασσοδέρνει.

Οκτάωρο

 

Με αίμα το οκτάωρο το κέρδισαν οι εργάτες

και τώρα σου το παίρνουνε, σπέρνοντας αυταπάτες.

Εργάτη αν δεν αγωνιστείς, δεν θα ‘σαι πια Εργάτης,

σε μια γαλέρα πειρατών θα είσαι κωπηλάτης.

 

Ο Νομοθέτης προσπαθεί, Εργάτη να σε πείσει,

ότι μ’ αγώνες κέρδισες, δεν ήταν για καλό σου.

Όμως τη μπανανόφλουδα όποιος θα την πατήσει,

θα σπάσει μέση και πλευρά, γι’ αυτό και ξεσηκώσου.

 

«Τράβα κουπί ασταμάτητα, πέσαμε  σε φουρτούνα,

και στη μπουνάτσα θα χαρείς, και ελιές σου θα μαζέψεις.

Ο νομοθέτης πρόβλεψε για σένα βρε μπουμπούνα,

και τη ζωή σου όπως ποθείς θα την ναι διαφεντέψεις.

 

Τράβα λοιπόν τώρα κουπί  και ξέχνα το ρολόι,

δούλεψε δωδεκάωρο και δεν θα βγεις χαμένος.

Εγώ μετρώ τις ώρες σου, χάντρες στο κομπολόι,

και θα τις πάρεις άδεια και θα ‘σαι κερδισμένος».

 

Χάντρα στο κομπολόι σου, ποτέ μου δεν θα γίνω,

και πες στο νομοθέτη σου, να μάθει Ιστορία.

Το αίμα που ευχήθηκε ποτέ δεν θα ξεπλύνω

και του Σικάγου ακολουθώ και τώρα τη πορεία.

 

Το αίμα στα πουκάμισα, ποτέ δεν θα στεγνώσει,

γιατί σημαία έγινε, κόκκινη σαν το αίμα.

Όλου τη κόσμου η Εργατιά, τ’ άδικο θα νεκρώσει

και θα ‘σαι σάκος αδειανός, «αφέντη» δίχως στέμμα.

Όνειρα απατηλά

 

Έκανα όνειρα πολλά κι όλα τα έβλεπα εφικτά,

Σαν  ήμουν νέος και πετούσα, σε σύννεφα ουτοπικά.

Ποιήματα σχεδίαζα να γράψω , ντυμένα ερωτικά με μουσική,

για πόρνες και φτωχούς αλήτες, που χρόνια έχουν κλείσει φυλακή.

Ήθελα σ’ αταξίδευτα πελάγη,  να χαράξω νέες ρότες,

στα τραγούδια να προσθέσω κι άλλες νότες,

Στη πέτρα να έδινα ζωή, σαν Σμιλευτής.

Στο πόνο να έδινα χαρά, σαν Γητευτής.

Μάκρος να δώσω, στη Ζωή τη γερασμένη,

νήμα πολύχρωμο, στη κόρη που υφαίνει.

Στον σκλάβο, τις αλυσίδες του να σπάσω

κι όποιον τον πνίγει τ’ άδικο, με δίκιο να κεράσω.

Τίποτα από τα θέλω μου, δεν έχω καταφέρει.

Δεν ζωντανεύουν τα όνειρα, με ευχές στο πεφταστέρι.

 Φτωχός ο απολογισμός μου τελικά,

κανείς δεν θέλω να με κρίνει φιλικά.

Γι’ αυτό θα αλλάξω ταχτική και τα όνειρα μου θα παντρέψω.

Για τη Ζωή που ‘ναι σκληρή, μ’ αγώνες για το δίκιο θα παλέψω.

Ορθοστατών και Ορθοβαδίζων

 

Ορθοστατών και ορθοβαδίζων , πορεύσου τη ζωή σου,

με συμβούλεψαν.

Κι αν σου φανεί ο δρόμος δύσκολος,

μη πτοηθείς.

Σβήσε τη λέξη απογοήτευση από τη σκέψη σου.

Ρίξε σπόρο στο κενό που άφησε,

του δίκιου, του αγώνα για το δίκιο.

Θα καρπίσει.

Αν δεν προλάβεις τη σοδειά,

μη λυπηθείς.

Θα την τρυγήσουν  οι δικοί σου τρυγηστάδες.

Ο Άνθρωπος αντέχει στα δύσκολα, μου έλεγαν συχνά,

κι έπαιρνα δύναμη από τα Ποιήματα τους.

Οι λέξεις Φως, με οδηγούσαν στο σκοτάδι,

και μου έδιναν το χέρι τους, στα δύσκολα.

Ακολουθούσα την ανάσα

και τους κτύπους της καρδιάς τους.

Πορεύτηκα μαζί στους κακοτράχαλους δρόμους,

του Αγώνα, για ένα δίκαιο κόσμο.

Για μια μπουκιά ψωμί

κι ένα καθαρό πουκάμισο.

Για ένα χαμόγελο,

σαν ανθισμένο τριαντάφυλλο.

Δεν μετανιώνω που δεν κατάφερα,

να φθάσω στη κορυφή.

Θα συνεχίσουν κι άλλοι,

τον δρόμο που χάραξαν με λέξεις.

Των Ποιητών το δρόμο.

Τον λεξόδρομο.

Του Ρίτσου, του Γκάτσου, του Ελύτη,

Του Μαγιακόφσκι, του Νερούντα

και του Βάρναλη.

Του Αγγουλέ , του Παλαμά και του Σεφέρη.

Οι νέοι συνεχιστές του όμορφου δρόμου,

με βήματα σταθερά,

και με το δίκιο αγκαλιά, για αποκούμπι,

στη δικαίωση θα φθάσουν.

Απεργία

 

Όλη τη μέρα στο γιαπί, στη φάμπρικα, στο λατομείο,

σε κάποιο τραίνο της γραμμής, σε σκουπιδιάρικο, σε πλοίο.

Δουλεύουμε ολημερίς, εμείς της γης οι δουλευτάδες.

Σε μας ιδρός, πικρό ψωμί και σ’ άλλους οι παράδες.

 

Αδέλφια όλοι ήμαστε το κόσμου οι εργάτες

μα άλλοι θυσαυρίζουνε, απ’ τις δικές μας πλάτες.

Εμείς τη γη οργώνουμε κι οικοδομές σηκώνουμε,

στα κρύα ξεπαγώνουμε και μες στη ζέστη λιώνουμε.

 

Το δίκιο μη προσμένετε, κανείς να μας το δώσει,

μόνο αγώνας Ταξικός, τ’ άδικο θα σκοτώσει.

Οι κυβερνήσεις των Αστών, ψηφίζουνε τους νόμους,

κι η εργατιά τους καταργεί, μ’ αγώνες μες  στους δρόμους.

 

Νόμος είναι το δίκιο μας, συνάδελφε Εργάτη,

που κάθε μέρα γράφουμε, με  ιδρώτα και με αίμα.

Στη πάλη με τ’ αφεντικά και τον απεργοσπάστη,

μη σταματάς ούτε στιγμή, το άδικο πολέμα.

 

Όπλα είναι τα χέρια μας, ο νους κι η δύναμη μας

κι η απεργία οδηγός, να φθάσουμε στη Νίκη.

Είναι καιρός να πάρουμε, στα χέρια τη Ζωή μας,

τον ήλιο να κοιτάξουμε, γιατί σε μας ανήκει.

 

Στου λιμανιού το καλντερίμι, οι Ναυτεργάτες μαζεμένοι,

κάτω απ’ το πανό της απεργίας, μια γροθιά είναι ενωμένοι.

Στις αποβάθρες τα ποστάλια είναι δεμένα

και δεν σφυρίζουν στους σταθμούς τα τραίνα.

 

Σαν σημαία κυματίζει, του Εργάτη η γροθιά

και τ’ αφεντικά κρυμμένα, ακονίζουνε σπαθιά.

Μάχη είναι η Απεργία, πόλεμος αν χρειασθεί,

κι υποχρέωση του Εργάτη, είναι να αγωνισθεί.

 

Η Πρώτη του Μάη

 

Δεν είναι αργία, είναι Απεργία.

Είναι Υποχρέωση, μα και Τιμή.

Η Μνήμη των Νεκρών μας, είναι Αγία

και την Τιμούμε, κάθε μας Στιγμή.

                                               1986 

Το άδειο παγκάκι

 

            

Στενός ο δρόμος της ζωής και την «ελπίδα»,

μες σε πανέρι την πωλούν στη λαϊκή.

Κάλπικη, σαν ψεύτικα στολίδια

και πένθιμη στο βάθος η μουσική.

 

Έμποροι – φονιάδες και βαποράκια,

τις δόσεις λογαριάζουν με το ζύγι.

Ο θάνατος στα σκοτεινά σοκάκια,

τρύπες μπροστά στα μάτια μας ανοίγει.

 

Κι άλλος νεκρός με σύριγγα στο χέρι

και το παγκάκι μες στο πάρκο αδειανό.

Πως να γλιτώσει του θανάτου το καρτέρι.

μπροστά και πίσω, ένα ατέρμονο κενό.

 

Με δίχως δύναμη κι ελπίδα είχε μείνει,

ούτε κουράγιο είχε στη καρδιά.

Δικός του ήταν ο κόσμος που αφήνει,

μα κάποιοι του τον κλέψαν μια βραδιά.

 

Μη ψάχνουμε να βρούμε το ποιος φταίει.

Δικαιολογίες ψεύτικες θα βρούμε ένα σωρό.

Υπόσχεση να δώσουμε στη Μάνα του που κλαίει,

πως θα βρει ζωή τ’ όνειρο κι ελπίδα το κενό.

 

                                    30 Μάη ‘94

         

 

Δεν θέλουν φως, στου τούνελ την άκρη

και θέλουν το ΚΕΘΕΑ να το διαλύσουν.

Θέλουν στα μάτια μας να τρέχει πάντα δάκρυ,

και την ελπίδα για Ζωή, να μας στερήσουν.

Δως μου το χέρι σου, πιάσ- το δικό μου,

μαζί θα φθάσουμε, σε ξέφωτο δρόμου.

Το φως που ψάχνουμε, μαζί θα δούμε,

κι αν κάναμε λάθη, το δίκιο θα βρούμε.

 

                                    15 Απρίλη ΄21

Η Μάγισσα

 


Ανάλωσα τα χρόνια μου, σε μπάρκα φορτηγά.

Τον κόσμο βόλτες έφερα, σ’ Ανατολή και Δύση,

για να ‘βρω μάγισσα καλή, τα μάγια να μου λύσει.

6 Δεκέμβρη του κάθε χρόνου.

 

Ψέματα. Πολλά ψέματα και η αλήθεια στο απόσπασμα.

Διαστρεβλωμένη αιμορραγεί κι έχει τα μάτια ανοικτά.

Δεν την φοβίζει του όπλου ο κρότος, ούτε ο θάνατος,

Τα χαμόγελα των παιδιών, έχουν νικήσει το φόβο

και σηκώνουν ψηλά στον ουρανό την αλήθεια.

Σαν τον ήλιο το καταμεσήμερο.

Σαν ολόγιομο φεγγάρι τη νύχτα.

Σαν μια κόκκινη σημαία της ελπίδας.

Ψέματα. Πολλά ψέματα, μα η αλήθεια αντέχει.

Έχει ρίζες βαθιές

και κλωνάρια γερά

και θα ανθίσει.

Την αλήθεια, “δεν την σκιάζει φοβέρα καμιά”,

κι ας ορμούν να την φάνε, ζωντανή τα σκυλιά.

Ψέματα. Πολλά ψέματα, μα θα γίνουνε βόλια,

σαν θα λάμψει η αλήθεια και τον φόβο χτυπήσει.

όταν γίνουμε όλοι παιδιά κι ας χτυπούν με πιστόλια


6 Δεκέμβρη 2020

Ορθοστατών


Έχω γυναίκα και παιδιά,
τρία σκυλιά να θρέψω,
μ’ από κανένα κερατά,
ψωμί δεν θα γυρέψω.

Δεν θα του δώσω τη χαρά,
πόρτα να του χτυπήσω
και το κεφάλι από ψηλά,
μπροστά του, δεν θα σκύψω.

Αν νοιώθει σαν μικρός θεός,
θρήσκους να φοβερίζει.
Εγώ πατώ γερά στη Γη ,
κι αυτού η καρέκλα τρίζει.

Τα χέρια μου να ‘ναι γερά,
γερά και τα κουπιά μου,
τον κάθε τρελλο-πλοίαρχο,
γράφω στα αχαμνά μου.
                            
                                             
                             Ατλαντικός
           16 Απρίλη 2007, Μεσάνυχτα και κάτι.

Αντιπαραμύθι


Όταν θα ‘ρθουν τα χιόνια,
γύρω στη φωτιά,τα εγγόνια.
Θα τους λέω ιστορίες,
για ληστές και συμμορίες.
Γι’ αρχηγούς και βασιλιάδες,
που ‘χαν πρόστυχες κυράδες.
Όλοι εκλέβαν τον Εργάτη,
απ’ τη Δύση,ως τον Ευφράτη.
Μέρα νύχτα στη δουλειά,
μα πεινούσε η φαμελιά.
Το δικό μου παραμύθι,
θα 'ναι αλήθεια κι όχι μύθοι.
Χρόνια δίσεχτα και μαύρα
και το δίκιο στη κρεμάλα.
Με πληγές και σκοτωμένους
και μ’ αγώνες προδομένους.
Φυλακίσεις κι εξορίες,
ματωμένες εμπειρίες.
Η δική μου η γενιά,
έζησε στη παγωνιά.
Λιγοστά τα καλοκαίρια,
σαν γροθιά,ήταν τα χέρια.


                               08/06/96

24 Μάρτη 99 - 24 Μάρτη 19


Αυτός δεν είναι πόλεμος.
Είναι έγκλημα πολέμου.
Γέννημα είναι φασισμού,
                                         σπορά κακού ανέμου                                              .

Ποιος δικαστής ή ποιος Θεός,
το έγκλημα θα δικάσει?
Όποιο κι αν βγάλει απόφαση,
το δίκιο θα ‘χει χάσει.

Το γέλιο του μικρού παιδιού,
του γέρου η απορία,
της Μάνας ο βαρύς καημός,
τραβούν στην εξορία.

Ταξίδι δίχως γυρισμό,
γιατί ελοχεύει ο Χάρος
κι αν είσαι ούτε που ρωτά,
Σέρβος ή Κοσοβάρος .

Τα όπλα του τα φονικά,
έξυπνα ονομάζουν,
μα των Λαών τη Λευτεριά,
με όπλα δεν δαμάζουν.

Σήμερα ο Σέρβικος Λαός,
είν’ οι Λαοί του κόσμου.
Ας γίνουμε όλοι μια γροθιά,
Λαέ το χέρι, δώσ' μου.

Και Συ Ειρήνη μας,μη κλαις.
Το δάκρυ δεν σου πάει.
Αρμάτωσε με αντοχή,
τον Σέρβο σαν πονάει.

Δώσε του θάρρος,δύναμη
και τότε θα κερδίσεις.
Ο φασισμός θα νικηθεί
και τη ντροπή,θα σβήσεις.

                 24 Μάρτη ‘99

Λένε ο χρόνος τις πληγές, τις σβήνει σαν περνάει,
μα άλλες πληγές θα έρθουνε, σαν ο Λαός ξεχνάει.

                 24 Μάρτη ‘19

Τορπιλισμός μυαλού


Το μυαλό μου τορπιλίζουν κάθε μέρα.
Κάθε λόγος τους και σφαίρα.
Ψέματα κατά ριπές
 και εικόνες φοβερές.
Ψέμα εδώ και ψέμα εκεί
κι η αλήθεια φυλακή.
Φρούδες σπέρνουνε ελπίδες,
και τη μπάλα στις κερκίδες.
Βουλευτές και υπουργοί,
του Συστήματος ταγοί.
Αναλυτές και προφεσόροι,
και παπάδες ρασοφόροι,
λένε ψέματα με χάρη
και το κρέας  κάνουν ψάρι.
Η Διανόηση χαμένη,
έχασε την ειμαρμένη.
Η πυξίδα τους σπασμένη,
ή  μήπως είναι βολεμένη?
Την αλήθεια στα κανάλια,
δεν θωρείς, ούτε με κιάλια.
Και στο ιντερνέτ τρολάρουν ,
γράφοντας ότι γουστάρουν.
Το μυαλό μου τορπιλίζουν κάθε μέρα.
με εικόνες και με λέξεις σαν οβίδες.
Ένα μήνυμα τους  στέλνω απ’ τη Γαλέρα.
Όποιος σπέρνει Άνεμο, θερίζει καταιγίδες.

Όνειρο πελαγίσσιο

  Βρεθήκαμε στο παλιό ενετικό λιμάνι του Μεγάλου Κάστρου, στο δρόμο με τους παλιούς ταρσανάδες, το τελευταίο Σαββατόβραδο του Οκτώβρη. Πιασ...