Η Μαριγώ κι ο καπετάν Νικόλας

 

       Συχνά διάβαινε τις τελευταίες μέρες, η Μαριγώ, το στενό σοκάκι.  Αυτό που οδηγεί στα λίγα περιβόλια, στην ανατολική πλευρά του χωριού και στο ουζερί «επιστροφή», του μπάρμπα Θάνου, που χρόνια τώρα σερβίρει  τους νόστιμους θαλασσινούς μεζέδες, στους  ξέμπαρκους πελάτες του. Μικρό το χωριό, λιγοστοί οι κάτοικοι και οι περισσότεροι ταξιδεύουν στα πέλαγα του κόσμου.

Η πόρτα με τα μπρούτζινα γράμματα

 

                  

    Το ξαφνικό ροχαλητό του, τρόμαξε το κοπρόσκυλο που του έγλειφε τα παπούτσια και τα μπατζάκια του παντελονιού. Είχε από ώρα  κάνει εμετό από τη σούρα  και αποκαμωμένος, σαν νεκρός ήταν πεσμένος στο πεζοδρόμιο και το μισό του κορμί ήταν στην είσοδο της ερειπωμένης  πολυκατοικίας.

Χορευτής

 

Στις Τροπικές τις νύχτες,

ονειροπόλος στέκομαι προσκυνητής

της Φύσης.

 

Σκούρο βαθύ το απέραντο πέλαγος.

Στολισμένος μ’ αστέρια ο ουρανός,

Στη σκιά του φεγγαριού ταξιδεύω.

 

Συννεφοφέγγαρη και ξωτική ομορφιά.

Μια ζωγραφιά, ένα ποίημα,

μια πινελιά της Φύσης.

 

Έχω τα μάτια μου κλειστά,

και δρασκελώ το κύμα,

σαν ένας Γλάρος, χορευτής.

Ταξιδεύοντας με μια παλιά ασπρόμαυρη φωτογραφία.

 

              

     Χάιδεψα τις ρυτίδες στο μέτωπο μου κοιτάζοντας  την ασπρόμαυρη φωτογραφία. Ξεχασμένες μνήμες, ζωντανεύουν. Γεγονότα περασμένα, φρεσκάρονται. Παλιές ιστορίες, ξαναπαίρνουν τη θέση τους, στην ιστορική μας διαδρομή. Μια φωτογραφία λειτουργεί σαν μια παλιά ταινία και μας ταξιδεύει στα περασμένα. Βάζει μπροστά τη μηχανή της μνήμης και ταξιδεύεις ανάποδα, προς το παρελθόν. Ήμουν νέος τότε και πρωτόμπαρκος σε τούτο το καράβι. Πως πέρασαν τα χρόνια και τώρα είμαι συνταξιούχος, «λόγω γήρατος».

Το άδειο παγκάκι

 

            

Στενός ο δρόμος της ζωής και την «ελπίδα»,

μες σε πανέρι την πωλούν στη λαϊκή.

Κάλπικη, σαν ψεύτικα στολίδια

και πένθιμη στο βάθος η μουσική.

 

Έμποροι – φονιάδες και βαποράκια,

τις δόσεις λογαριάζουν με το ζύγι.

Ο θάνατος στα σκοτεινά σοκάκια,

τρύπες μπροστά στα μάτια μας ανοίγει.

 

Κι άλλος νεκρός με σύριγγα στο χέρι

και το παγκάκι μες στο πάρκο αδειανό.

Πως να γλιτώσει του θανάτου το καρτέρι.

μπροστά και πίσω, ένα ατέρμονο κενό.

 

Με δίχως δύναμη κι ελπίδα είχε μείνει,

ούτε κουράγιο είχε στη καρδιά.

Δικός του ήταν ο κόσμος που αφήνει,

μα κάποιοι του τον κλέψαν μια βραδιά.

 

Μη ψάχνουμε να βρούμε το ποιος φταίει.

Δικαιολογίες ψεύτικες θα βρούμε ένα σωρό.

Υπόσχεση να δώσουμε στη Μάνα του που κλαίει,

πως θα βρει ζωή τ’ όνειρο κι ελπίδα το κενό.

 

                                    30 Μάη ‘94

         

 

Δεν θέλουν φως, στου τούνελ την άκρη

και θέλουν το ΚΕΘΕΑ να το διαλύσουν.

Θέλουν στα μάτια μας να τρέχει πάντα δάκρυ,

και την ελπίδα για Ζωή, να μας στερήσουν.

Δως μου το χέρι σου, πιάσ- το δικό μου,

μαζί θα φθάσουμε, σε ξέφωτο δρόμου.

Το φως που ψάχνουμε, μαζί θα δούμε,

κι αν κάναμε λάθη, το δίκιο θα βρούμε.

 

                                    15 Απρίλη ΄21

Αποδημητικά Πτηνά

 

                                                   

     Ήταν μέσα φθινόπωρου που περάσαμε το Βόσπορο, πηγαίνοντας για Μαύρη Θάλασσα.  Είχε συννεφιά εκείνη τη μέρα και το τοπίο μελαγχολικό. Τίποτα δεν θύμιζε την άνοιξη που είχα ξανά περάσει για τελευταία φορά. Την άνοιξη ο Βόσπορος είναι πιο όμορφος, να τον ταξιδεύεις. Τότε που είναι ολάνθιστες οι Βυσσινιές, ανάμεσα στα παλιά αρχοντικά, στην αριστερή του όχθη, ταξιδεύοντας Βορειοανατολικά. Μόνο τα ψαροκάικα όπως και τότε, εμπόδιζαν την πλεύση του πλοίου μας και ο Τούρκος πλοηγός, μάταια ούρλιαζε στους ψαράδες. Κανείς δεν τον άκουγε και ο κίνδυνος ατυχήματος ελλόχευε, κάθε στιγμή. Πριν φθάσουμε στην έξοδο των στενών, αφήσαμε πλοηγό και σε λίγα λεπτά και το φανάρι, Anatolu Feneri, όπως το λένε οι Τούρκοι, συνέχιζε τις αναλαμπές του, στη πρύμη μας δεξιά. Η Μαύρη Θάλασσα μας υποδέχθηκε καλοσυνάτη. 

Ταξιδεύοντας και δίπλα μας πιρόγες

 

                                           

      Λίγο πριν το μεσημέρι φθάσαμε στις εκβολές του ποταμού Orinoco και τα θολά νερά του, κέρδισαν το μπλε της θάλασσας. Μέρες ταξιδεύαμε από Tuapse, ένα μικρό λιμάνι της Σοβιετικής Ένωσης, τα χρόνια εκείνα, με φορτίο παλιοσίδερα. Μεσόγειος και Ατλαντικός ήταν στα καλά τους και το ταξίδι ήσυχο. Το τσούρμο ήταν χαρούμενο, σαν κάθε φορά που πιάνα με λιμάνι. Το πολύ ήμερο ταξίδι, κουράζει ακόμα και με καλό καιρό. Μόνο ο καπετάνιος ήταν ανήσυχος προσμένοντας τον Πιλότο να φανεί. Πάντα τα ποτάμια κρύβουν δυσκολίες και έχουν τις ιδιαιτερότητες τους. Έχουν στενέματα, ρεύματα και αβαθή συχνά αχαρτογράφητα. Ο Πιλότος ταξιδεύει το καράβι στο ποτάμι και ο καπετάνιος έχει την ευθύνη.

Η στέρηση του Ναύτη

  Στα πέλαγα τον ναυτικό, δεν τον ‘ναι πιάνει ζάλη, μα της γυναίκας η στέρηση, του ‘ναι πολύ μεγάλη. Κοιμάται κι ονειρεύεται, ξυ...