Φαντασία


Ήρθες απόψε στη βαρδιόλα να με δεις,

σε βάρδια ωκεάνια, μεσάνυχτα και κάτι.

 Κρυφοκοιτάζει o Sirius ,o  αναιδής

κι όλο σου κλείνει πονηρά το μάτι.

 

Την ομορφιά σου ζήλεψε και τ άσπρο σου φουστάνι

και τα μαλλιά που ανέμελα, ριγμένα είχες στους ώμους.

Θαρρούσε με τη λάμψη του, πως θα σε ξετρελάνει,

γιατί δεν ήξερε της Γης, του Έρωτα τους νόμους.

 

Δεν ήρθες μεσοπέλαγα για να φλερτάρεις άστρα.

Τον Ναύτη σου ήρθες για να δεις, που μήνες ταξιδεύει,

και το καημό της μοναξιάς,  πλέκει  σαν σαλαμάστρα

κι ότι ποθεί στον ύπνο του και στ’ όνειρο γυρεύει.

 

Μ’ αγκάλιασες και γύρισες στον Sirius τη πλάτη,

και σ’ ένα σύννεφο περαστικό, έκρυψε τη ντροπή του.

δεν το περίμενε ποτέ, να μείνει αμανάτι

και έψαχνε της ήττας του, να βρει άκρη του μίτου.

 

Στη Γη του είπε ο Aldebaran, που του κρατούσε τσίλια,

δεν τα μοιράζουν τα φιλιά, στων αστεριών τη χάρη.

Όσες γυναίκες αγαπούν, δεν λογαριάζουν μίλια,

στο Ναύτη δίνουν τα φιλιά και σκας εσύ ζηλιάρη.

Οκτάωρο

 

Με αίμα το οκτάωρο το κέρδισαν οι εργάτες

και τώρα σου το παίρνουνε, σπέρνοντας αυταπάτες.

Εργάτη αν δεν αγωνιστείς, δεν θα ‘σαι πια Εργάτης,

σε μια γαλέρα πειρατών θα είσαι κωπηλάτης.

 

Ο Νομοθέτης προσπαθεί, Εργάτη να σε πείσει,

ότι μ’ αγώνες κέρδισες, δεν ήταν για καλό σου.

Όμως τη μπανανόφλουδα όποιος θα την πατήσει,

θα σπάσει μέση και πλευρά, γι’ αυτό και ξεσηκώσου.

 

«Τράβα κουπί ασταμάτητα, πέσαμε  σε φουρτούνα,

και στη μπουνάτσα θα χαρείς, και ελιές σου θα μαζέψεις.

Ο νομοθέτης πρόβλεψε για σένα βρε μπουμπούνα,

και τη ζωή σου όπως ποθείς θα την ναι διαφεντέψεις.

 

Τράβα λοιπόν τώρα κουπί  και ξέχνα το ρολόι,

δούλεψε δωδεκάωρο και δεν θα βγεις χαμένος.

Εγώ μετρώ τις ώρες σου, χάντρες στο κομπολόι,

και θα τις πάρεις άδεια και θα ‘σαι κερδισμένος».

 

Χάντρα στο κομπολόι σου, ποτέ μου δεν θα γίνω,

και πες στο νομοθέτη σου, να μάθει Ιστορία.

Το αίμα που ευχήθηκε ποτέ δεν θα ξεπλύνω

και του Σικάγου ακολουθώ και τώρα τη πορεία.

 

Το αίμα στα πουκάμισα, ποτέ δεν θα στεγνώσει,

γιατί σημαία έγινε, κόκκινη σαν το αίμα.

Όλου τη κόσμου η Εργατιά, τ’ άδικο θα νεκρώσει

και θα ‘σαι σάκος αδειανός, «αφέντη» δίχως στέμμα.

Όνειρα απατηλά

 

Έκανα όνειρα πολλά κι όλα τα έβλεπα εφικτά,

Σαν  ήμουν νέος και πετούσα, σε σύννεφα ουτοπικά.

Ποιήματα σχεδίαζα να γράψω , ντυμένα ερωτικά με μουσική,

για πόρνες και φτωχούς αλήτες, που χρόνια έχουν κλείσει φυλακή.

Ήθελα σ’ αταξίδευτα πελάγη,  να χαράξω νέες ρότες,

στα τραγούδια να προσθέσω κι άλλες νότες,

Στη πέτρα να έδινα ζωή, σαν Σμιλευτής.

Στο πόνο να έδινα χαρά, σαν Γητευτής.

Μάκρος να δώσω, στη Ζωή τη γερασμένη,

νήμα πολύχρωμο, στη κόρη που υφαίνει.

Στον σκλάβο, τις αλυσίδες του να σπάσω

κι όποιον τον πνίγει τ’ άδικο, με δίκιο να κεράσω.

Τίποτα από τα θέλω μου, δεν έχω καταφέρει.

Δεν ζωντανεύουν τα όνειρα, με ευχές στο πεφταστέρι.

 Φτωχός ο απολογισμός μου τελικά,

κανείς δεν θέλω να με κρίνει φιλικά.

Γι’ αυτό θα αλλάξω ταχτική και τα όνειρα μου θα παντρέψω.

Για τη Ζωή που ‘ναι σκληρή, μ’ αγώνες για το δίκιο θα παλέψω.

Ορθοστατών και Ορθοβαδίζων

 

Ορθοστατών και ορθοβαδίζων , πορεύσου τη ζωή σου,

με συμβούλεψαν.

Κι αν σου φανεί ο δρόμος δύσκολος,

μη πτοηθείς.

Σβήσε τη λέξη απογοήτευση από τη σκέψη σου.

Ρίξε σπόρο στο κενό που άφησε,

του δίκιου, του αγώνα για το δίκιο.

Θα καρπίσει.

Αν δεν προλάβεις τη σοδειά,

μη λυπηθείς.

Θα την τρυγήσουν  οι δικοί σου τρυγηστάδες.

Ο Άνθρωπος αντέχει στα δύσκολα, μου έλεγαν συχνά,

κι έπαιρνα δύναμη από τα Ποιήματα τους.

Οι λέξεις Φως, με οδηγούσαν στο σκοτάδι,

και μου έδιναν το χέρι τους, στα δύσκολα.

Ακολουθούσα την ανάσα

και τους κτύπους της καρδιάς τους.

Πορεύτηκα μαζί στους κακοτράχαλους δρόμους,

του Αγώνα, για ένα δίκαιο κόσμο.

Για μια μπουκιά ψωμί

κι ένα καθαρό πουκάμισο.

Για ένα χαμόγελο,

σαν ανθισμένο τριαντάφυλλο.

Δεν μετανιώνω που δεν κατάφερα,

να φθάσω στη κορυφή.

Θα συνεχίσουν κι άλλοι,

τον δρόμο που χάραξαν με λέξεις.

Των Ποιητών το δρόμο.

Τον λεξόδρομο.

Του Ρίτσου, του Γκάτσου, του Ελύτη,

Του Μαγιακόφσκι, του Νερούντα

και του Βάρναλη.

Του Αγγουλέ , του Παλαμά και του Σεφέρη.

Οι νέοι συνεχιστές του όμορφου δρόμου,

με βήματα σταθερά,

και με το δίκιο αγκαλιά, για αποκούμπι,

στη δικαίωση θα φθάσουν.

Απεργία

 

Όλη τη μέρα στο γιαπί, στη φάμπρικα, στο λατομείο,

σε κάποιο τραίνο της γραμμής, σε σκουπιδιάρικο, σε πλοίο.

Δουλεύουμε ολημερίς, εμείς της γης οι δουλευτάδες.

Σε μας ιδρός, πικρό ψωμί και σ’ άλλους οι παράδες.

 

Αδέλφια όλοι ήμαστε το κόσμου οι εργάτες

μα άλλοι θυσαυρίζουνε, απ’ τις δικές μας πλάτες.

Εμείς τη γη οργώνουμε κι οικοδομές σηκώνουμε,

στα κρύα ξεπαγώνουμε και μες στη ζέστη λιώνουμε.

 

Το δίκιο μη προσμένετε, κανείς να μας το δώσει,

μόνο αγώνας Ταξικός, τ’ άδικο θα σκοτώσει.

Οι κυβερνήσεις των Αστών, ψηφίζουνε τους νόμους,

κι η εργατιά τους καταργεί, μ’ αγώνες μες  στους δρόμους.

 

Νόμος είναι το δίκιο μας, συνάδελφε Εργάτη,

που κάθε μέρα γράφουμε, με  ιδρώτα και με αίμα.

Στη πάλη με τ’ αφεντικά και τον απεργοσπάστη,

μη σταματάς ούτε στιγμή, το άδικο πολέμα.

 

Όπλα είναι τα χέρια μας, ο νους κι η δύναμη μας

κι η απεργία οδηγός, να φθάσουμε στη Νίκη.

Είναι καιρός να πάρουμε, στα χέρια τη Ζωή μας,

τον ήλιο να κοιτάξουμε, γιατί σε μας ανήκει.

 

Στου λιμανιού το καλντερίμι, οι Ναυτεργάτες μαζεμένοι,

κάτω απ’ το πανό της απεργίας, μια γροθιά είναι ενωμένοι.

Στις αποβάθρες τα ποστάλια είναι δεμένα

και δεν σφυρίζουν στους σταθμούς τα τραίνα.

 

Σαν σημαία κυματίζει, του Εργάτη η γροθιά

και τ’ αφεντικά κρυμμένα, ακονίζουνε σπαθιά.

Μάχη είναι η Απεργία, πόλεμος αν χρειασθεί,

κι υποχρέωση του Εργάτη, είναι να αγωνισθεί.

 

Η Πρώτη του Μάη

 

Δεν είναι αργία, είναι Απεργία.

Είναι Υποχρέωση, μα και Τιμή.

Η Μνήμη των Νεκρών μας, είναι Αγία

και την Τιμούμε, κάθε μας Στιγμή.

                                               1986 

Ο ίσκιος της Χαρουπιάς

 

Ο ίσκιος της χαρουπιάς

 

  Στρίγγλισαν τα λάστιχα του αυτοκινήτου και σταμάτησε σύριζα στο πεζοδρόμιο. Το απότομο φρενάρισμα, ξάφνιασε τους ξένοιαστους τουρίστες, που χάζευαν τις βιτρίνες των τουριστικών καταστημάτων. Όταν συνήλθαν συνέχισαν ανέμελοι να περπατούν στο στενό πεζοδρόμιο. Τα καλάθια με τα λογής-λογής εμπορεύματα, έκαναν ακόμα πιο στενό το πεζοδρόμιο και όλοι ακουμπούσαν ο ένας τον άλλον περπατώντας και χαζεύοντας. Λίγοι ψώνιζαν μικρό-δωράκια και καρτ ποστάλ , ενθύμια της επίσκεψης τους, στο νησί μας. Στο ταχυδρομείο αργότερα , τις έστελναν στους φίλους τους, στις μακρινές  πατρίδες τους, για να τους κάνουν να ζηλέψουν.

Όνειρο ανεκπλήρωτο


 

Πολλές πατρίδες γνώρισα, μα τη δικιά μου όχι,

λίμνες, ποτάμια και λιμάνια ξωτικά.

Τα όνειρα μου έμειναν, νεκρά στη τεφροδόχη,

που σκόρπισε ο άνεμος σαν τα αερικά.

Τα όνειρα που  έπλεκα, οργιά με την οργιά

και στων κυκλώνων την οργή, τα ‘χα παρηγοριά.

Χρόνια σαράντα πρόσμενα, στη σύνταξη να φθάσω,

παλεύοντας με κύματα και με τον Ποσειδώνα.

Παρακαλούσα άδικα, γρήγορα να γεράσω,

γιατί έσβησαν οι πεθυμιές, ωσάν τα καπνογόνα.

Μια βάρκα στα γεράματα, ήλπιζα  να αποκτήσω,

χωρίς κοντράτα κι όρντινα το Αιγαίο να γυρίσω.

Στο Ιόνιο και  Κρητικό, μόνος μου  να σαλπάρω,

και συντροφιά στα πέλαγα, να έχω άσπρο  γλάρο.

Την Αμοργό, τα Κύθηρα, τη Τζια και Θηρεσία,

 Σέριφο,  Σάμο, Σίκινο, Τήνο και Ικαρία,

στους χάρτες των ονείρων μου,  ε-χάραζα τις ρότες,

μα κυβερνήτες κάνανε και τα όνειρα προδότες.

Στη Ζάκυνθο, στη Κέρκυρα, Λευκάδα και  Ιθάκη,

δεν θα βρεθώ γιατί έσπασαν, του ονείρου μου το διάκι.

Τη σύνταξη μου κλέψανε, τις  ρότες απ το χάρτη,

τα όνειρα ορφάνεψαν κι ο πόθος εμαράθη.

Φλάμπουρο όμως του άδικου, σηκώνω στο κατάρτι,

σινιάλο πως των υπουργών, δεν συγχωρώ «τα λάθη».

Στου φεγγαριού τη ρότα