Γλυκιά η Επέτειος κι η Μοναξιά μεγάλη!


Στη φωτογραφία σου,σε κοιτώ στα μάτια.
Το σκοτάδι χάνεται, με φωτίζουν τ΄ άστρα.
Τα γαλάζια γράμματα,πάνω στο τραπέζι,
μ’ αναμνήσεις όμορφες,η καρδιά μου παίζει.

Όλα είναι όμορφα,όταν σε θυμάμαι,
να κρατάς το χέρι μου και να προχωράμε.
Τα λουλούδια ανθίζουνε μέσα στον χειμώνα,
το χαμόγελο σου,κόκκινη ανεμώνα.

Όλα είναι όμορφα,όταν σε θυμάμαι,
να μου σιγοτραγουδάς,τ’ άστρα να μετράμε.
Είν’ ο κόσμος όμορφος με τα βάσανα του,
στ’ όνειρο μας βλέπουμε, μόνο τα καλά του.

Όλα είναι όμορφα,όταν σε θυμάμαι,
μ’ ένα σου χαμόγελο, τ’ άσχημα ξεχνάμε.
Τ’ αηδόνι κελαηδεί πάλι στην αυλή μας
κι όρκος στην αγάπη μας,το ζεστό φιλί μας.

Στη φωτογραφία σου και στα γράμματα σου,
                              κάνω όνειρα γλυκά,που ‘ναι και δικά σου.                                
Αγάπη, στην Αγάπη μας,στέλνω χρόνια πολλά,
λουλούδια,τριαντάφυλλα κι ερωτικά φιλιά.

         Ισημερινός – 10 Αυγούστου ‘90                      

Ταξίδι με φορτηγό πλοίο την δεκαετία του ΄90



     Τεμπέλικα κυλούσε  προς το λιόγερμα ο ήλιος. Σήμερα θάλασσα και ουρανός είχαν  κέφι και ζωγράφιζαν το πιο όμορφο λιόγερμα, στον καμβά της φύσης. Με το έντονο πορφυρό του χρώμα ο ήλιος, κέρδιζε τη μάχη των χρωμάτων. Η αποχρώσεις του κόκκινου, δέσποζαν στην απεραντοσύνη του ωκεανού και στις καρδιές των ναυτικών, που επιμένουν να λαχταρούν και να ελπίζουν. Σε λίγα λεπτά θα τελειώσει και το σημερινό του δρομολόι, Ανατολή – Δύση. Είχε κάνει καλά και σήμερα τη δουλειά του. Θα συνεχίσει το ταξίδι του σε άλλα μέρη, να ζεστάνει κι αλλού, ανθρώπους και φύση και θα μας ξανάρθει το επόμενο ξημέρωμα. Να δώσει το σάλπισμα στο τσούρμο και θα πάρουν φωτιά τα ματσακόνια, στη κουβέρτα του παλιού φορτηγού.

Τελευταία επιθυμία


Συνταξιούχος μπάρκαρα ,σε φορτηγό καράβι,
μα με κρατούσαν στη στεριά, δεμένο σάπιοι κάβοι.
Κρίμα δεν έχω  δύναμη, τους κάβους για να σπάσω
και στα λιμάνια που ποθώ, πάλι να ξανά πιάσω.

Βρε  καβοδέτη  αμόλησε, αυτούς τους σάπιους κάβους,
τα όνειρα μου  μη κρατάς, δεμένα σαν τους σκλάβους.
Γέρικο είναι το σκαρί, μα το όνειρο μου νέο,
τα όνειρα μου δεν γερνούν, όσο θα αναπνέω.

Μόλα τους κάβους να χαρείς, το πλοίο να σαλπάρει,
Ναύτης κι απόψε το όνειρο και θέλει να μπαρκάρει.
Σε θάλασσες και ωκεανούς , ποθεί να ταξιδέψει,
με τη γοργόνα ζεμπεκιά, γουστάρει να χορέψει.

Θέλει να ζήσει τα παλιά, σε άλμπουρα να ανέβει,
να βρει αιτία κι αφορμή, που τώρα τον παιδεύει.
Να δει γιατί του στέρησαν, χαρές που ‘χε δουλέψει,
και ποιος γιατί τη σύνταξη, τώρα  του έχει κλέψει.

Μη νοιάζεσαι αν θα πνιγεί, μπορεί και να το θέλει,
γιατί μόνο το θάνατο, διαλέγουμε εν τέλει.
Αν τον πνιγμό ε-διάλεξε, τους κάβους ας του λύσεις,
μα κάποιοι τον οδήγησαν κι αυτούς να τιμωρήσεις.

Την τελευταία πεθυμιά, του Ναύτη μη στερήσεις,
κούνα του το μαντήλι σου, για να τον χαιρετήσεις.
Λάθος ταξίδι διάλεξε, μα αυτό μόνο ορίζει,
το άδικο ο Θάνατος, ποτέ δεν το ξορκίζει.

Είναι η ζωή πολύ γλυκιά κι ο θάνατος μαυρίλα,
κι όταν το θάνατο ζητάς, είναι η ζωή ξευτίλα.
Κανείς  το Χάρο δεν ποθεί, να ρθει  για να τον πάρει,
ούτε ταξίδι του χαμού, ψάχνει για να μπαρκάρει.

Μια σκέψη έκανα τρελή, να δω  πως θα αντιδράσουν,
Όλοι αυτοί  που οδηγούν τα όνειρα στη ξέρα,
Κι ας ξέρω  για τρελό, αυτοί θα με περάσουν ,
Γιατί δεν έζησαν ποτέ, Ναύτες σε μια γαλέρα.

                                                     2 Απρίλη 2018

Στου φεγγαριού τη ρότα