Μια νύχτα λιμανιώτικη

Μια νύχτα ε-κοιμήθηκα σε λιμανιού Hotel.
Ήταν μικρό και σκοτεινό και βρώμικο πολύ.
Ίσως έκανα κι έρωτα με την μικρή Noel,
μια πόρνη που στη ζάλη μου,την έβλεπα διπλή.

Από βραδίς την γνώρισα,μέσα σε καταγώϊ,
που ήταν μισοσκότεινο,με μπόχα φοβερή.
Ήρθε και μου κράτησε, παρέα με το ζόρι
και ν’ αγαπήσει μου ‘λεγε,ακόμα πως μπορεί

Το σώμα της εμύριζε με άρωμα φτηνό,
που με κομμάτι ύφασμα,το σκέπαζε λινό.
Εγώ σκεφτόμουν κι έκανα κύκλους με το καπνό,
καθώς μετρούσα καημούς,που ‘πνιγα στο ποτό.

Μιλούσε για ερωτικά παιγνίδια του συρμού
και με κινήσεις πρόστυχες,του έμπειρου κορμιού,
γρήγορα εκατόρθωσε,στο στόχο της να φθάσει.
Βοήθησε κι ο κάπελας,που ‘θελε να κεράσει.

Του Γέρου Νάυτη άρεσε, να λέει ιστορίες
Και να χαϊδεύει απαλά,στο πρόσωπο τν ουλή,
σήμάδι που του έμεινε, σε λιμανιού ιστορίες
Άραγε να τις αγαπά ή τις μισεί πολύ?.
                                    

                                    Σεπτέμβρης ‘90

Μια παλιά θύμηση. Μια σημερινή πρακτική.

Πέρασαν χρόνια από τότε. Ήμουν νέος και γέρασα. Ήμουν εν ενεργεία και είμαι συνταξιούχος. Ταξίδευα σε πέλαγα κι ωκεανούς και τώρα αναπολώ τα περασμένα. Τι έχασα, τι κέρδισα?
Μονάχα μνήμες θύμησες και όλες μπερδεμένες, που ακόμα τώρα προσπαθώ να βρω άκρη στο μίτο. Με σιγουριά όμως θα πω, κάποιοι  θα του βρουν την άκρη.
Στην αίθουσα του Εργατικού κέντρου Πειραιά, οι Πλοίαρχοι του Εμπορικού Ναυτικού, κάναμε Εκλογοαπολογιστική Συνέλευση. Κατάμεστη η αίθουσα και τα προβλήματα πολλά. Οι συνάδελφοι συνδικαλιστές, με πάθος και διεκδικητικές κορώνες, προσπαθούσαν να μας πείσουν για να τους ψηφίσουμε στις επερχόμενες αρχαιρεσίες. Δίπλα μου καθόταν ένας νεαρός συνάδελφος και κάποια στιγμή με ρώτησε.
          -Συνάδελφε, ξέρεις ποιος είναι στο βήμα τώρα?

Μικρό Φεμινιστικό Ρεμπέτικο

Παίζω το κομπολόι μου, μα δεν μετρώ τις χάνδρες,
στα δάχτυλα μου έπαιξα, της γειτονιάς τους άνδρες.

Στη Κοκκινιά γεννήθηκα, μεγάλωσα στη τρούμπα,
κι άνδρας δε γεννήθηκε, που θα με φέρει τούμπα.

Εγώ σαν Πειραιώτισσα, ζοριλίκια δεν σηκώνω,
γιατί ‘χω βάρκα στο γιαλό και τα πανιά απλώνω. 

Με τα πανιά στο άλμπουρο και τον αέρα πρμα,
είμαι ελεύθερο πουλί κι όχι στον άνδρα  θύμα.

Ανοίγομαι στο πέλαγο κι αφήνω αμανάτι,
σ’ όποιο κάνει τον ζόρικο, το μαύρο μου το γάτη

                         
                                                                         Caribbean

                                           23/12/2007

Η στέρηση του Ναύτη

  Στα πέλαγα τον ναυτικό, δεν τον ‘ναι πιάνει ζάλη, μα της γυναίκας η στέρηση, του ‘ναι πολύ μεγάλη. Κοιμάται κι ονειρεύεται, ξυ...