Νεκρά Όνειρα


Ποιος σκότωσε τα όνειρα? Ποιος είδε το φονιά?
Μια νύχτα χειμωνιάτικη  με άγριο χιονιά?
Πως μπόρεσε και κάρφωσε  τη νύχτα το μαχαίρι
και σκότωσε το όνειρο που ‘χα στον ύπνο ταίρι.

Ποιος είπε πως τα όνειρα δεν τα πληγώνει ο χάρος,
πως είναι άυλα και άπιαστα πουλιά?
Μαυροντυμένος πειρατής, θαλασσινός κουρσάρος,
είχε το δηλητήριο σε κάλπικα φιλιά.

Τώρα με δίχως όνειρα, μη ξημερώσεις μέρα,
αφού έσβησε το όνειρο, ήλιο μη ξαναδώ.
Θα έχω για ενθύμιο, στο χέρι μου μια βέρα
και θα χαθώ με τ’ όνειρο, που δεν θα ξαναδώ.


                                           Νότιος Ατλαντικός
                                               09/05/2005

Απόπλους


Στην αποβάθρα μόνη της
τον καημό της πνίγει,
μια μάνα καπετάνισσα,
πριν το παιδί της φύγει.

Άσπρο μαντήλι του κουνά
και τα φιλιά του στέλνει.
Κι αν στέγνωσαν τα χείλη της,
ευχές στο γιο της ψέλνει.

Ο καπετάνιος αμίλητος ,
στέκεται  στη βαρδιόλα.
Τη Μάνα του αποχαιρετά,
που φεύγει, για Αγκόλα.

Μόλα τους κάβους.
Κράτησε μονάχα τη λεντία.
Αν χρειαστεί, βίρα σιγά
ή κάνε εξαρτία.

Πρόσω αργά η μηχανή.
Βάλε δεξιά τιμόνι.
Μαχαίρι ήταν το φιλί
κι ο χωρισμός σκοτώνει.

Σφύριξε τρεις, χαιρέτησε,
 της προκυμαίας τη θλίψη.
Κοιτάζει αλλού για να μη δει
το δάκρυ που πάει να κρύψει.

Η άγκυρα στη θέση της
κι η πλώρη έχει ανοίξει.
Μένει η θλίψη στη στεριά,
πάει ταξίδι η πλήξη.

             Ατλαντικός, 14 Ιούνη ‘95

Ονειροπαρμένος


Με τ’ όνειρο στον ύπνο μου,
έρχεσαι κάθε βράδυ
και ονειροζαλίζομαι,
στο πρώτο σου το χάδι.

Της νύχτας μου αρχόντισσα,
ρεμπέτισσα και μόρτισσα.
Με έκανες ξενύχτη,
στον έρωτα σου,αλήτη.

Νοιώθω κοντά σου βασιλιάς,
άρχοντας μα και κερατάς.
Παίξε μαζί μου, μη σε νοιάζει,
καράβι στα βαθιά βουλιάζει.

Χόρεψε τσιφτετέλια,
στου μπουζουκιού τα τέλια.
Γυμνή και μη σε μέλει,
για του έρωτα τα βέλη.

Παίξε το κομπολόι σου,
μα μη μετράς τις χάνδρες.
Οι καημοί τού έρωτα,
είναι μόνο για άνδρες,

Αχ έρωτα μπαγάσα,
Γλυκέ μου καημέ,
Μου κόβεις την ανάσα,
έρωτα κεραυνέ.


                        9 Μάη ‘99

Η στέρηση του Ναύτη

  Στα πέλαγα τον ναυτικό, δεν τον ‘ναι πιάνει ζάλη, μα της γυναίκας η στέρηση, του ‘ναι πολύ μεγάλη. Κοιμάται κι ονειρεύεται, ξυ...