Παιδικό κάλεσμα

 

 

Έλα φίλε μου κι εσύ, έλα στο πανηγύρι,

τράβα μικρή μας φίλη και σύρε το χορό.

Όλα του κόσμου τα παιδιά, ας γίνουμε η γύρη

και στους μεγάλους να δώσουμε, το μέλι μας σωρό.

 

Με τις μικρούλες μας καρδιές και τα μικρά μας χέρια,

τον κόσμο να γεμίσουμε, κάτασπρα περιστέρια.

Πάρτε μπογιές πολύχρωμες, αρχίστε τα τραγούδια,

μαζί να ζωγραφίσουμε, της Ειρήνης μας λουλούδια.

 

Εμείς που είμαστε το Μέλλον στη Γη,

την Ειρήνη θέλουμε να μας οδηγεί.

Ο δικός μας κόσμος, όλους μας χωρεί,

όλοι αδελφωμένοι και ποτέ εχθροί.

 

Ελάτε στην παρέα μας και σεις οι πιο μεγάλοι,

για την Κυρά Ειρήνη μας, να πλέξουμε στεφάνι.

Ελάτε στο γαϊτάνι μας, που όλο μεγαλώνει

και σαν το δει ο πόλεμος, θα σκάσει σαν μπαλόνι.

.

                                 Στις κόρες μου

                          Ατλαντικός  31Ιούλη ‘90

Αγώνας θανάτου!

 

                            Αγώνας θανάτου 

 

      Δεν έχει σημασία πόσο ακριβό αγόρασε ο Λάκης το εισιτήριο.  Το κρατάει σφικτά στα χέρια του. Το κοιτάζει , το ξανακοιτάζει για να βεβαιωθεί ότι δεν είναι κάλπικο και το χώνει στην εσωτερική τσέπη του μπουφάν. Λίγα μέτρα πιο πέρα ο μαυραγορίτης συνέχιζε να παζαρεύει και να πουλάει το επόμενο εισιτήριο. Είναι το τελευταίο έλεγε κάθε φορά και ανέβαζε την τιμή. Έτσι κορόιδεψε και τον Λάκη και το αγόρασε πέντε φορές πάνω από την κανονική τιμή. Αυτές τις μέρες περίμεναν οι μαυραγορίτες να κονομήσουν. Τα ντέρμπυ των αιωνίων αντιπάλων.

      Δεν τον κρατούσε το στρώμα αυτή την Κυριακή. Ανήσυχος ήταν και ο ύπνος του, περιμένοντας το ξημέρωμα για να ετοιμαστεί, λες και θα πήγαινε ταξίδι μακρινό ή σε πόλεμο. Ξεκρέμασε τη κόκκινη σημαία με την άσπρη στάμπα στη μέση της. Το κεφάλι λιονταριού, που ήταν το σήμα της ομάδας του. Πήρε και το κασκόλ με τα ίδια χρώματα , που στόλιζε τον τοίχο του μικρού δωματίου του. Ανέμισε ρυθμικά τη σημαία και κρατήθηκε την τελευταία στιγμή, να μη φωνάξει το σύνθημα που θα φώναζε στο γήπεδο. Σκέφθηκε την μάνα του που δεν είχε ξυπνήσει ακόμα. Μια Κυριακή της έμενε να ξεκουραστεί.  Όλες τις άλλες μέρες της βδομάδας, ξυπνούσε αξημέρωτα, για να είναι στην ώρα της, στη φάμπρικα. Φτάνει που της είχε ξαφρίσει λίγα χρήματα από το πορτοφόλι της, για να συμπληρώσει την αγορά του εισιτηρίου.

     Όλοι οι δρόμοι εκείνη τη Κυριακή, οδηγούσαν στο μεγάλο στάδιο της πόλης. Από νωρίς, φίλαθλοι και οπαδοί της ομάδας, έτρεχαν να πιάσουν θέση στις κερκίδες. Με το τραίνο έφθαναν οι οπαδοί, της αντίπαλης ομάδας με τις πράσινες σημαίες και οι αστυνομικοί προσπαθούσαν να σχηματίσουν ανθρώπινο τοίχος, για να μην συναντηθούν τα αντίπαλα στρατόπεδα κι αρχίσουν από νωρίς τα παρατράγουδα. Χωριστά βρέθηκαν και μέσα στο στάδιο και άρχισαν τον αγώνα της κερκίδας. Οι σημαίες ανέμιζαν σαν σε μάχη. Οι φωνές, τα συνθήματα, οι φωτοβολίδες, τα καπνογόνα, δημιούργησαν πολεμική ατμόσφαιρα και αποπνικτική. Ο καπνός σκέπασε σημαίες, πρόσωπα και λάβαρα. Οι φωτοβολίδες πέφτοντας στον αγωνιστικό χώρο, έσβηναν η μια πίσω από την άλλη.

      Το παιγνίδι δεν ξεκίνησε στην ώρα του. Οι διαιτητές περίμεναν να απομακρυνθεί ο καπνός, αλλά η άπνοια δεν βοηθούσε. Οι εκκλήσεις από τα μεγάφωνα, για να σταματήσουν  να πετούν καπνογόνα και να σταματήσουν τα υβριστικά συνθήματα, λες και ήταν λάδι στη φωτιά και παραινέσεις για τα χειρότερα. Μόνο όταν κουράστηκαν και ίσως τέλειωναν τα πυρομαχικά, σφύριξε ο διαιτητής την έναρξη του αγώνα.

     Το πρώτο γκολ μπήκε από τους παίχτες με τα πράσινα. Ήταν αντικανονικό κατά την γνώμη  των οπαδών με τα κόκκινα κασκόλ. Έγινε χαλασμός. Η οργή τους ξέσπασε στα πλαστικά καθίσματα και τα εκσφενδόνιζαν όπως και όπου μπορούσαν. Αρκετοί , οι περισσότεροι νέοι και παιδιά, σκαρφάλωσαν στα ψηλά κιγκλιδώματα . Κρεμασμένοι σαν ρόγες από σταφύλι,

επέλεξαν  αυτό τον επικίνδυνο τρόπο, για να εκδηλώσουν την αγανάκτηση  τους, ουρλιάζοντας και βρίζοντας, θεούς και δαίμονες. Πιο ψηλά από  όλους  ο Λάκης. Το πρόσωπο του κατακόκκινο, σαν την σημαία που κρατούσε με το αριστερό του χέρι.

      Λίγα λεπτά πριν τελειώσει το παιγνίδι, ένα άλλο «λάθος» σφύριγμα του διαιτητή σε βάρος των πράσινων αυτή τη φορά, έφερε το παιγνίδι στα ίσια και την λύτρωση στους κόκκινους, που ήταν και οι περισσότεροι, λόγω έδρας.

      Πανηγυρίζοντας ο Λάκης κατρακύλησε από τα έξι μέτρα στο τσιμεντένιο δάπεδο. Κρατούσε ακόμα τη κόκκινη σημαία και από το στόμα του έβγαινε πυκνό σκούρο αίμα .

    Έγραφα σκέψεις ή στίχους σε χαρτί  για να περνώ τις ατέλειωτες ωκεάνιες ώρες των μακρινών μου ταξιδιών. Η φαντασία μου λειψή, δεν  βοηθούσε και το αποτέλεσμα ασήμαντο. Σήμερα όμως,  ένα πραγματικό γεγονός με συγκλόνισε και ήταν δυστυχώς σκληρό, πολύ σκληρό, όπως ο θάνατος. «Σε επεισόδια μεταξύ οπαδών του Παναθηναϊκού και του Ολυμπιακού, μετά από τον μεταξύ τους αγώνα μπάσκετ, τραυματίστηκε θανάσιμα ο Γ.  Καρνέζης ,οπαδός  του Παναθηναϊκού και ηλικίας 25 χρόνων»   Αγγελτήριο θανάτου μεσοπέλαγα, στο δελτίο ενημέρωσης για τους ναυτιλλομένους  του ΥΕΝ, με ημερομηνία 15 Μαίου 1995.

      Η μάνα του Λάκη, δεν βρήκε δύναμη να αρνηθεί και άφησε τους οπαδούς και φίλους του γιού της, να σκεπάσουν το φέρετρο του αδικοχαμένου Λάκη, με την κόκκινη σημαία που κρατούσε πέφτοντας στο στάδιο, που του είχε στήσει καρτέρι ο θάνατος. Με τόσες στερήσεις τον είχε μεγαλώσει και τον έχασε τόσο άδικα. Τον είχε μοναχοπαίδι.

      Δεν ξέρω αν βρέθηκε για να τιμωρηθεί ο ένοχος που στέρησε τη ζωή του Καρνέζη.  Ένα νέο παιδί θα ήταν κι αυτός. Ένας φανατικός οπαδός της άλλης ομάδας. Τυφλός σαν όλους τους φανατικούς, που και στο ποδόσφαιρο, κάποιους φαντάζομαι να εξυπηρετεί.

     Τα νέα στα βαπόρια φθάνουν λειψά. Τέτοια νέα ας μην έφθαναν ποτέ.

 

                                                                                   Νότιος Ατλαντικός

                                                                                        16 Μάη 1995  

Στου φεγγαριού τη ρότα