Ιωάννης Βερίγος ή Βεργογιάννης

 

      « Γεια σου και πάλι γεια σου»!

     Ο ίδιος χαιρετισμός  κάθε φορά που τον συναντούσα. Ίδια και η σεβαστή του μορφή,  σαν μια Αγιογραφία, από τότε που ήμουν παιδί και τον γνώρισα. Γέρασε νέος και έμεινε γέρος, μέχρι στα ύστερα του.  Πάντα φορούσε το μαύρο του σαρίκι και τα άσπρα γένια, του έκρυβαν τις βαθιές ρυτίδες  στο πρόσωπο. Λιγομίλητος και πάντα σοβαρός. Κάπνιζε τα σέρτικα τσιγάρα, τα δίχως  φίλτρο και στο ποτήρι της ρακής, έπνιγε τα περασμένα, που τον βασάνιζαν πολύ.

Αντίθεση

 

 Της απαισιοδοξίας τον ορίζοντα θα σπάσω,

       τα γκρεμισμένα τείχη θα διαβώ,               

στης φαντασίας μου τον κόσμο θα περάσω,

με τα φτερά της ελπίδας θα πετώ.

 

Την αισιοδοξία μου θα βάλω τιμονιέρη,

σε πέλαγο αταξίδευτο, θ’ ανοίξω τα πανιά,

χωρίς να έχω μπούσουλα και ρότα χαραγμένη,

σ’ ένα λιμάνι ονειρικό, θα φθάσω μια βραδιά.



Η ράδα είναι φυλακή.

Μέρες πολλές ταξίδευα με κόντρα τον καιρό,

να γράψω αυτά που πέρασα, το ξέρω δεν μπορώ.

Ταξίδι στον ωκεανό με συντροφιά τ’ αστέρια

και στων κυμάτων τις κορφές, μια ύπαρξη αιθέρια.


Στη μοναξιά μου έδινα χρώμα με φαντασία

και έπλαθε του πόθου μου, πάντοτε τον σωσία.

Ξεχνούσα μπόρες, κίνδυνους και έκανα κουράγιο

τα μίλια πως λιγόστεψαν, να φθάσω στο μουράγιο.


Κι άλλο ταξίδι πέρασε και φάνηκε η στεριά,

μα τη σειρά τους πρόσμεναν, στη ράδα άλλα σκαριά.

Ο καπετάνιος διάλεξε στίγμα για να φουντάρει,

και θα προσμένει άδικα, η νια στη Ζανζιβάρη.


Στο πέλαγο ήμουν φυλακή, στη ράδα φυλακισμένος

και στο πρυμιό το άλμπουρο, με μια κλωστή δεμένος.

Δίχως να κάνω έγκλημα μ’ έχουν καταδικάσει,

μα θα γυρίσει κι ο τροχός και η κλωστή θα σπάσει.


               23 Μάη 2007


Παραμονή Πρωτοχρονιάς

 

Παίζω στο πιάνο μου χαρούμενο σκοπό.

Γέμισε η αυλή μου με φεγγάρι.

Ένα τραγούδι όμορφο θα πω,

σαν του γιαλού, λευκό μαργαριτάρι.

 

Απλώνω της ελπίδας τα πανιά,

αφήνω τον καιρό κι όπου με πάει.

Καινούργιος χρόνος πάλι απόψε αρχινά.

Αλήθεια πως περάσαν τόσοι άλλοι?

 

Το παραθύρι της καρδιάς μου ανοιχτό.

Είχα καιρό να νοιώσω τόσο ωραία.

Το αεράκι που φυσά, είναι αρκετό

κι η συντροφιά μας, όμορφη παρέα.

 

Πριν λίγο ε-σταμάτησε η βροχή.

Λάμπουν στο φως οι τελευταίες στάλες.

Καινούργια ας κάνουμε απόψε μια αρχή,

του ουρανού, ν’ ανέβουμε τις σκάλες.

 

Όλες τις νότες μου θα βγάλω στο σεργιάνι

και τις βαρκούλες θα στολίσω στο λιμάνι.

Στις φαντασίας μου τον κόσμο θα βρεθώ.

Έχω καιρό, ως το πρωί να ονειρευτώ.

 

                    Ινδία – 30 Δεκέμβρη ‘93

Η στέρηση του Ναύτη

  Στα πέλαγα τον ναυτικό, δεν τον ‘ναι πιάνει ζάλη, μα της γυναίκας η στέρηση, του ‘ναι πολύ μεγάλη. Κοιμάται κι ονειρεύεται, ξυ...