Η καρέκλα τους ενώνει



Ο Πάνος είναι αρχηγός και βοηθός ο Φώτης.
Ο ένας είναι «αριστερός» κι ο άλλος  «πατριώτης».
Ήταν εχθροί μέχρι εχθές και τώρα είναι φίλοι.
Για το καλό μας μόνιασαν, οι γάτες και οι σκύλοι.

Πάσχα στα ξένα


Χρόνια στα κάτεργα,στις λαμαρίνες.
Άγνωστοι τόποι.ξένες πατρίδες.
Αργά κυλάνε οι μαύροι μήνες,
νεκρά τα όνειρα και οι ελπίδες.

Δεν ξημερώνει ούτε μια μέρα,
χωρίς τη πίκρα της ξενητιάς.
Τους καημούς μου έχω παρέα,
που με σκοτώνουν σαν τον φονιά.

Γιορτή στα ξένα δεν ξημερώνει.
Στο νου μου έρχεται και με πληγώνει.
Κάνω κουράγιο μα πως ν’ αντέξω,
φεύγει το τραίνο και μένω απ’ έξω.

Μονάχο μου απόψε μη μ’ αφήσεις.
Σε καρτερώ γλυκιά μου συντροφιά.
Δώσε ζωή,χαρά στις αναμνήσεις.
Διώξε τα σύννεφα,την ακεφιά.

Διώξε τα σύννεφα,διώξε τις μπόρες.
Φέρε τον ήλιο στις ξένες χώρες.
Δεν θα με νοιάζει πως θα 'ναι ψέμα
και τ’ όνειρο,μου φθάνει εμένα.


Μ.Σάββατο  30 Απρίλη ‘94
          Περσικός

Τελευταία πεθυμιά


Συνταξιούχος μπάρκαρε ,σε φορτηγό καράβι,
μα το κρατούσαν στη στεριά, δεμένο σάπιοι κάβοι.
Κρίμα δεν είχε  δύναμη, τους κάβους για να σπάσει
και στα λιμάνια που ποθεί, πάλι να ξαναπιάσει.

Βρέ  καβοδέτη  αμόλυσε, αυτούς τους σάπιους κάβους,
τα όνειρα μου  μη κρατάς, δεμένα σαν τους σκλάβους.
Γέρικο είναι το σκαρί, μα το όνειρο μου νέο,
τα όνειρα μου δεν γερνούν, όσο θα αναπνέω.

Μόλα τους κάβους να χαρείς, το πλοίο να σαλπάρει,
Ναύτης κι απόψε το όνειρο και θέλει να μπαρκάρει.
Σε θάλασσες και ωκεανούς , ποθεί να ταξιδέψει,
με τη γοργόνα ζεμπεκιά, γουστάρει να χορέψει.

Θέλει να ζήσει τα παλιά, σε άλμπουρα να ανέβει,
να βρει αιτία κι αφορμή, που τώρα τον παιδεύει.
Να δει γιατί του στέρησαν, χαρές που ‘χε δουλέψει,
και ποιος γιατί τη σύνταξη, τώρα  του έχει κλέψει.

Μη νοιάζεσαι αν θα πνιγεί, μπορεί και να το θέλει,
γιατί μόνο το θάνατο, διαλέγουμε εν τέλει.
Αν τον πνιγμό ε-διάλεξε, τους κάβους ας του λύσεις,
μα κάποιοι τον οδήγησαν κι αυτούς να τιμωρήσεις.

Την τελευταία πεθυμιά, του Ναύτη μη στερήσεις,
κούνα του το μαντήλι σου, για να τον χαιρετήσεις.
Λάθος ταξίδι διάλεξε, μα αυτό μόνο ορίζει,
το άδικο ο Θάνατος, ποτέ δεν το ξορκίζει.

Είναι η ζωή πολύ γλυκιά κι ο θάνατος μαυρίλα,
κι όταν το θάνατο ζητάς, είναι η ζωή ξευτίλα.
Κανείς  το Χάρο δεν ποθεί, να ρθεί για να τον πάρει,
ούτε ταξίδι του χαμού, ψάχνει για να μπαρκάρει.

                  2 Απρίλη 2018

Η στέρηση του Ναύτη

  Στα πέλαγα τον ναυτικό, δεν τον ‘ναι πιάνει ζάλη, μα της γυναίκας η στέρηση, του ‘ναι πολύ μεγάλη. Κοιμάται κι ονειρεύεται, ξυ...